Τρίτη, 18 Ιουλίου 2017

Η Δραστηριότητα των Αιγαίων Εμπόρων στην Περιοχή της Συρίας – Παλαιστίνης κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού (14ος –13ος αι. π.Χ.)



Η Δραστηριότητα των Αιγαίων Εμπόρων στην Περιοχή της Συρίας – Παλαιστίνης κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού (14ος –13ος αι. π.Χ.)

Το ζήτημα των εμπορικών σχέσεων μέσω των θαλάσσιων δρόμων (1) αποτελεί ένα από τα πιο γοητευτικά ζητήματα της μελέτης της ΥΕΧ στο χώρο της Ανατολικής Μεσογείου. Η πλειονότητα των ειδικών που ασχολούνται με αυτό το πεδίο, υποστηρίζει πως επιφορτισμένοι με τη διεκπεραίωση των εμπορικών σχέσεων ανάμεσα στο Αιγαίο και την περιοχή της Συρίας – Παλαιστίνης κατά την ΥΕΧ ήταν κυρίως οι Κύπριοι και Χαναναίοι έμποροι.   

Της Βάλιας Παπαναστασοπούλου, 
Αρχαιολόγος-Θεολόγος, Ms
Υποψ. Διδάκτωρ


Ο στόχος της παρούσας μελέτης είναι να εντοπίσει το ρόλο των Αιγαίων εμπόρων στις εμπορικές και οικονομικές επαφές με την Συρία – Παλαιστίνη κατά τη διάρκεια της ΥΕΧ. Μέσα από τις γραπτές πηγές (αρχείο της Ουγκαρίτ, πινακίδες Γραμμικής Β, χεττιτικά κείμενα), αλλά και τα σχετικά αρχαιολογικά ευρήματα θα επιχειρήσουμε να ρίξουμε φως στην απευθείας εμπορική δραστηριότητα αυτών των εμπόρων. Μέσω των παραπάνω δεδομένων, θα παρουσιάσουμε τον τρόπο με τον οποίο οι ηγετικές ομάδες της Αργολίδας, που είχαν τον έλεγχο των εργαστηρίων της επικράτειάς τους διατηρούσαν απευθείας εμπορικές σχέσεις με διάφορα κέντρα της Ανατολικής Μεσογείου. 

Κάπως το πέλαγος με φαίνετ’ οχληρόν·
μεγάλα νέφη σκέπουσι τον ήλιον.
Πλην τι; Πας βράχος δι’ εμέ κογχύλιον,
πας πόντος όμοιος προς ομαλόν αγρόν.
Πνεύματα δεν φοβούμ’ αέρος πλάγια.
Γελώ με τρικυμίας και ναυάγια.

Κ.Π.Καβάφης, Έμπορος Αλεξανδρεύς


Εισαγωγή

Ένα από τα πιο γοητευτικά και ίσως πολυσυζητημένα θέματα της προϊστορικής αρχαιολογίας αποτελεί το διεθνές θαλάσσιο εμπόριο κατά την ΥΕΧ στο χώρο της ανατολικής Μεσογείου. Μέσα σε αυτό το ερευνητικό πλαίσιο, διατυπώθηκαν πολλές θεωρίες σχετικά με την ταυτότητα των εμπόρων που σχετίστηκαν με αυτές τις δραστηριότητες. Υπάρχει μία γενικότερη εκτίμηση μεταξύ των ερευνητών πως κατά την ΥΕΧ το θαλάσσιο εμπόριο αποτελούσε αντικείμενο ενασχόλησης των Κυπρίων, οι οποίοι είχαν αναλάβει τον αποκλειστικό εμπορικό ρόλο μεταξύ της περιοχής του Αιγαίου και της Συροπαλαιστίνης. Για πρώτη φορά αυτή την άποψη διατύπωσε και τεκμηρίωσε κατά τη δεκαετία του ΄60 η Hankey, ενώ ακολούθησαν αργότερα και άλλοι επιστήμονες. Αντιστοίχως, έχει μελετηθεί ικανοποιητικά και τονιστεί ο ρόλος των Χαναναίων εμπόρων στην εμπορική σύνδεση των δύο περιοχών. 

Αντιθέτως, το ζήτημα της απευθείας συμμετοχής των Αιγαίων εμπόρων σε αυτό το εμπόριο έχει, θα λέγαμε, κατά κάποιο τρόπο υποτιμηθεί. Βέβαια, προς αυτή την κατεύθυνση συνηγορούν τα στοιχεία που διαθέτουμε, δηλαδή οι γραπτές πηγές και τα αρχαιολογικά δεδομένα, που παρουσιάζουν μία έλλειψη πληροφοριών ή έχουν ερμηνευτεί με ένα διαφορετικό τρόπο. Στην παρούσα εισήγηση θα προσπαθήσουμε να παραθέσουμε κάποια στοιχεία που δηλώνουν εμμέσως ή με άμεσο τρόπο την ενεργότερη απευθείας εμπλοκή των Αιγαίων εμπόρων σε αυτό το εμπόριο κατά τον 14ο και 13ο αι. π.Χ. 

Οι γραπτές πηγές

Αρχικά, είναι τα κείμενα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η αναζήτηση μυκηναϊκών προσωπικών ονομάτων και τοπωνυμίων στα κείμενα από την Ουγκαρίτ. Και ενώ η παρουσία κυπριακών και ίσως ακόμη και μινωϊκών ονομάτων σε αυτά τα αρχεία έχει τεκμηριωθεί ικανοποιητικά, μόλις πρόσφατα διαπιστώθηκε η αναφορά σε μυκηναϊκά ή αιγαιακά πρόσωπα. Πιο συγκεκριμένα, σε δύο ακκαδικές επιστολές που βρέθηκαν στην Οικία του Urtenu στην Ουγκαρίτ, γίνεται αναφορά σε κάποιον «άνδρα των Χιγιάβα» ο οποίος βρισκόταν στη γη του Λούκκα (2). Οι επιστολές χρονολογούνται στα τέλη του 13ου αι. π.Χ. 

Ο Singer επιχειρώντας να ερμηνεύσει αυτές τις αναφορές πρότεινε την ταύτιση αυτών των ανδρών  με εμπόρους των Αχιγιάβα (3) που είχαν σταθμεύσει στην περιοχή της Λυκίας και περίμεναν ένα φορτίο ταλάντων μετάλλου, τα οποία θα τους παραδίδονταν από ουγκαριτικά πλοία και για λογαριασμό του Χετταίου βασιλιά. Επιπλέον, επιχειρεί και μία σύνδεση του περιστατικού αυτού με το ναυάγιο του Ακρωτηρίου Χελιδόνιον που μετέφερε τάλαντα και είχε βυθιστεί την ίδια περίπου περίοδο στην ακτογραμμή της Λυκίας (τέλος 13ου αι. π.Χ.). Αυτοί οι άντρες των Χιγιάβα των ουγκαριτικών επιστολών θα μπορούσαν να προέρχονται από την ηπειρωτική Ελλάδα ή τα νησιά του Αιγαίου ή να είναι Μυκηναίοι που κατοικούσαν στη ΝΔ ή τη δυτική παραλία της Μ. Ασίας (4).

Όποια και να είναι η πραγματικότητα, θα πρέπει να επικεντρωθούμε στο γεγονός πως αυτοί οι «άνδρες των Χιγιάββα», Αιγαίοι κατά πάσα πιθανότητα, παρέμεναν στην περιοχή της Λυκίας και δεν πήγαν στην Ουγκαρίτ για κάποιον λόγο που μας διαφεύγει, αλλά που μπορεί να σχετίζεται με το επίπεδο των σχέσεων του αιγαιακού χώρου με την Ουγκαρίτ εκείνη τη χρονική περίοδο. Δεν ξέρουμε αν η υπόθεση εργασίας του Singer είναι σωστή. Στην περίπτωση όμως που έχει βάση, αυτές οι δύο επιστολές από την Ουγκαρίτ μας παραδίδουν μία σημαντική ένδειξη για το απευθείας εμπόριο των Μυκηναίων με τη Συροπαλαιστίνη την περίοδο που εξετάζουμε. 

Γνωρίζουμε πως οι πινακίδες της Γραμμικής Β που προέρχονται από τα διάφορα ανακτορικά κέντρα της ηπειρωτικής Ελλάδας ασχολούνται περισσότερο με τα διοικητικά και οικονομικά ζητήματα και ελάχιστα με θέματα σχετικά με τις διεθνείς σχέσεις τους, είτε σε διπλωματικό είτε σε εμπορικό επίπεδο. Η έλλειψη αναφοράς εμπόρων οποιασδήποτε εθνικότητας στα κείμενα της Γραμμικής Β οδήγησε κάποιους επιστήμονες να αρνηθούν ολοκληρωτικά την ύπαρξη ιδιωτών Μυκηναίων εμπόρων ή ακόμη και το ενδιαφέρον των Μυκηναίων για μακρινές εμπορικές σχέσεις. 

Τα μυκηναϊκά αρχεία μας παρέχουν ελάχιστες πληροφορίες σε σχέση με συγκεκριμένες εμπορικές περιοχές και θαλάσσιους δρόμους. Μία τέτοια επαφή μπορεί να ιδωθεί μέσα από τις λέξεις - δάνεια που πιθανόν να δηλώνουν αυτές τις απευθείας σχέσεις με την Συροπαλαιστίνη. Έχουν αναγνωσθεί έξι τέτοιες λέξεις στις πινακίδες της Γραμμικής Β από την Πύλο και τις Μυκήνες. Πρόκειται για τις λέξεις sa-sa-ma (σουσάμι), ku-mi-no (κύμινο), ku-pa-ro (κάπαρη), ku-ru-so και παραλλαγές της (χρυσός), re-wo-te-jo (λιοντάρι) και e-re-pa/e-re-pa-te-jo/ja (ελεφαντόδοντο). 

Πέρα από αυτές τις λέξεις – δάνεια στα κείμενα της Γραμμικής Β συναντάμε και κάποια πιθανά εθνικά ονόματα από την Συροπαλαιστίνη, όπως Pe-ri-ta (αυτός που είναι από τη Βηρυτό), Tu-ri-jo (αυτός που είναι από την Τύρο), po-ni-ki-jo (Φοίνικας ή φοινικικό) και A-ra-da-jo (αυτός που είναι από την Αράδ) (5). Η εμπλοκή αυτών των προσώπων στη διοίκηση είναι μεγάλης σημασίας, αλλά δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι πως πρόκειται για μη Μυκηναίους ή για Μυκηναίους, οι οποίοι είχαν επαφές με την Συροπαλαιστίνη. Οι παραπάνω μαρτυρίες είναι λίγες, αλλά οπωσδήποτε δίνουν μία εξειδικευμένη εικόνα της σχέσης με την περιοχή, χωρίς όμως να είναι ασφαλής και εύγλωττη (εικ. 1)

Η Δραστηριότητα των Αιγαίων Εμπόρων στην Περιοχή της Συρίας – Παλαιστίνης κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού (14ος –13ος αι. π.Χ.)
Εικ. 1. Ξένα τοπωνύμια και εθνικά ονόματα στις πινακίδες της Γραμμικής Β
Η κεραμική

Η κεραμική αποτελεί το κύριο αρχαιολογικό υλικό που απασχόλησε τους ερευνητές σχετικά με την εμπορική επαφή του Αιγαίου με την Συροπαλαιστίνη. Η κυριαρχία των Κυπρίων εμπόρων σε αυτές τις σχέσεις βασίστηκε ακριβώς στο γεγονός πως σε κάθε οικισμό της Συροπαλαιστίνης η αιγαιακή εισηγμένη κεραμική συνοδευόταν από κυπριακή κεραμική, η οποία μάλιστα υπερτερεί κατά πολύ αριθμητικά της μυκηναϊκής. Ο Cline αναφέρει πως κατά την ΥΕΧ στην Συρία-Παλαιστίνη υπήρχε μία συνεχής εισαγωγή κεραμικής μέχρι και το 1200 π.Χ. Σε περισσότερες από 100 θέσεις βρέθηκαν πάνω από 1800 μυκηναϊκά αγγεία, κυρίως χρηστικά (εικ. 2).

Η Δραστηριότητα των Αιγαίων Εμπόρων στην Περιοχή της Συρίας – Παλαιστίνης κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού (14ος –13ος αι. π.Χ.)
Εικ. 2. Χάρτης της ανατ. Μεσογείου (σχεδίαση A. Yasur-Landau)
Η ταυτόχρονη εύρεση μυκηναϊκής και κυπριακής κεραμικής στους οικισμούς αυτούς οδήγησε πολλούς μελετητές να υποστηρίξουν την μεταφορά της στην Συροπαλαιστίνη αποκλειστικά από Κύπριους έμπορους. Σύμφωνα με αυτήν την άποψη οι Μυκηναίοι έμποροι θα έφταναν μέχρι και την Κύπρο και δε θα ήταν απαραίτητο να πλεύσουν ακόμη ανατολικότερα, διατηρώντας έναν πιο περιφερειακό ρόλο στο θαλάσσιο εμπόριο της Ανατολικής Μεσογείου. 

Καταρχήν, θα πρέπει να πούμε πως η εύρεση κυπριακής και μυκηναϊκής κεραμικής στο ίδιο context στους οικισμούς της Συροπαλαιστίνης δε σημαίνει απαραίτητα πως αποτέλεσαν μέρος του ίδιου εμπορεύματος ή προϊόν συναλλαγής των ίδιων εμπόρων. Κατ’ επέκταση, η τοποθέτησή τους σε κοινό χώρο και η in situ εύρεση και συσχέτισή τους μπορεί να είναι δηλωτική του τρόπου με τον οποίο χρησιμοποιούνταν από τους κατοίκους της Συρίας-Παλαιστίνης όχι όμως απαραίτητα του τρόπου με τον οποίο αποτέλεσαν εμπορικό προϊόν. (εικ. 3)

Η Δραστηριότητα των Αιγαίων Εμπόρων στην Περιοχή της Συρίας – Παλαιστίνης κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού (14ος –13ος αι. π.Χ.)
Εικ. 3.Τύποι εισηγμένης μυκηναϊκής κεραμικής στη Συροπαλαιστίνη (13ος αι. π.Χ.), (Leonard 1981: fig. 1)
Ένα δεύτερο σημείο, το οποίο θα πρέπει να λάβουμε υπόψη είναι πως η διακίνηση αυτών των προϊόντων είτε κυπριακών είτε αιγαιακών γινόταν στο εσωτερικό της Συροπαλαιστίνης από ντόπιους εμπόρους, οι οποίοι, αφού αγόραζαν τα προϊόντα από τα παράκτια εμπορικά κέντρα, στη συνέχεια τα μεταπωλούσαν στους ενδιαφερόμενους της περιοχής. Αυτό σημαίνει πως δεν μπορεί να ανιχνευθεί με ευκολία, αν οι ντόπιοι έμποροι αγόραζαν τη μυκηναϊκή κεραμική από Μυκηναίους ή από Κύπριους εμπόρους.

Τρίτον, όπως πρότεινε η Hirschfeld, η μελέτη της κεραμικής στο χώρο της Συρίας – Παλαιστίνης είναι σκοπιμότερο να γίνει κατά οικισμό και όχι συνολικά. Αυτή η πρόταση στηρίχτηκε στη μελέτη της Carol Bell, η οποία ερεύνησε μεθοδικά τους τύπους και τη διακίνηση της μυκηναϊκής κεραμικής στο χώρο που εξετάζουμε. Πιο συγκεκριμένα, η Bell εντόπισε ουσιαστικές διαφοροποιήσεις στα σύνολα της εισηγμένης μυκηναϊκής κεραμικής στα κέντρα της Συροπαλαιστίνης. Αυτό όμως που προκαλεί εντύπωση είναι η παρατήρησή της πως στην περιοχή της Σαρεπτά (= Σαραφάντ, στο σημερινό Λίβανο) η κατάσταση διαφοροποιείται σημαντικά, καθώς εκεί βρέθηκε η υψηλότερη συγκέντρωση μυκηναϊκής κεραμικής, ενώ παράλληλα η κυπριακή κεραμική ήταν πολύ λιγότερη σε σχέση με τα υπόλοιπα κέντρα. 

Αυτό οδήγησε τη Bell να συμπεράνει πως η μυκηναϊκή κεραμική έφτασε στη Σαρεπτά απευθείας από την περιοχή του Αιγαίου και πως αυτή η περιοχή ήταν «ο προορισμός προτίμησης του αιγαιακού εμπορίου». Είναι πολύ πιθανόν αυτοί οι διαφορετικοί θαλάσσιοι εμπορικοί δρόμοι της μυκηναϊκής κεραμικής στη Συροπαλαιστίνη να επιλέχθηκαν εξαιτίας της γεωγραφικής τους θέσης. Όπως, χαρακτηριστικά αναφέρει η Bell, ενώ η Ουγκαρίτ βρίσκεται κρυμμένη πίσω από την Κύπρο, η Σαρεπτά βρίσκεται σε μία ευθεία. Δεν αποκλείεται βέβαια να υπήρχαν και άλλοι λόγοι που να συνέτειναν σε αυτήν την απευθείας εμπορική σχέση, όπως πολιτικοί, οικονομικοί κ.ά., οι οποίοι είναι δύσκολο να ανιχνευθούν. 

Η πληθώρα της εισηγμένης αιγαιακής κεραμικής στην Συροπαλαιστίνη αποτελεί παραγωγή της Αργολίδας και ίσως και της Κορινθίας. Αντίστροφα, η Αργολίδα παρουσιάζει τη μεγαλύτερη συγκέντρωση συροπαλαιστινιακής κεραμικής που βρέθηκε στην ηπειρωτική Ελλάδα. Βάσει αυτών των παρατηρήσεων, η Dabney πρότεινε πως οι Αιγαίοι έμποροι, επιχείρησαν να εδραιώσουν με διάφορους βαθμούς επιτυχίας, ένα απευθείας εμπόριο με ορισμένα από τα λιμάνια της Συροπαλαιστίνης. 

Η Dabney θεωρεί πως οι Μυκήνες αποτέλεσαν το βασικό σημείο εκκίνησης της εμπορικής δραστηριότητας με την ανατολική Μεσόγειο, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν ενεπλάκησαν και άλλες πόλεις, όπως η Θήβα και η Τίρυνθα. Καθεμία από αυτές τις περιοχές θα διέθετε τη δική της ανεξάρτητη εμπορική σύνδεση με τα συροπαλαιστινιακά λιμάνια, διακινώντας τα εμπορεύματά της (6) και αγοράζοντας ακατέργαστες πρώτες ύλες και αντικείμενα, όπως φαγεντιανή, ελεφαντόδοντο, γυαλί και άλλα μέταλλα. 

Άνθρωποι και θαλάσσιοι δρόμοι 

Από τα τρία ναυάγια της ΥΕΧ που έχουν ανακαλυφθεί, η αποκάλυψη του ναυαγίου του Ουλουμπουρούν, είναι ιδιαιτέρως σημαντική και για τη δική μας συζήτηση, όπως άλλωστε για κάθε συζήτηση σχετική με το εμπόριο και την ανταλλαγή δώρων κατά την ΥΕΧ. Το πλοίο γενικά θεωρείται πως ταξίδευε προς την περιοχή του Αιγαίου – την Κρήτη ή την ηπειρωτική Ελλάδα –  από τη Συρία – Παλαιστίνη. 

Το εμπόρευμα του πλοίου ήταν τεράστιο: ενδεικτικά αναφέρουμε 10 τόνους ταλάντων χαλκού, ακατέργαστο ελεφαντόδοντο, χρυσά κοσμήματα, χαναανιτικοί αμφορείς, σκαραβαίοι, τάλαντα γυαλιού, έβενος κ.ά. Το εμπόρευμά θα πρέπει να είχε φορτωθεί σε ένα λιμάνι, ίσως την Ουγκαρίτ, ίσως πάλι σταδιακά σε διάφορα λιμάνια. (εικ. 4) 

Η Δραστηριότητα των Αιγαίων Εμπόρων στην Περιοχή της Συρίας – Παλαιστίνης κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού (14ος –13ος αι. π.Χ.)
Εικ. 4. Πιθανή διαδρομή του πλοίου του Uluburun
Ο ανασκαφέας του ναυαγίου, ο Pulak θεωρεί πως ανάμεσα στους επιβάτες του υπήρχαν και δύο υψηλόβαθμοι, πιθανότατα Μυκηναίοι (ή γενικότερα από το χώρο του Αιγαίου), που ταυτοποιήθηκαν από τις σφραγίδες τους και άλλα προσωπικά αντικείμενά τους. Η παρουσία των δύο Αιγαίων πάνω στο πλοίο ερμηνεύτηκε ως δραστηριότητα εμπορικών πρακτόρων, οι οποίοι ήταν υπεύθυνοι για την προμήθεια κάποιας περιοχής στο Αιγαίο με διάφορες πρώτες ύλες, αλλά και κατεργασμένα αντικείμενα. (εικ. 5)

Η Δραστηριότητα των Αιγαίων Εμπόρων στην Περιοχή της Συρίας – Παλαιστίνης κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού (14ος –13ος αι. π.Χ.)
Εικ. 5. Τοιχογραφία με Νούβιους να μεταφέρουν τμήματα έβενου και ελεφαντόδοντο
(Θήβες, Τάφος του Rehmire, 18η Δυναστεία)
Φαίνεται πιο πιθανό πως τα ευρήματα του πλοίου αποτελούσαν εμπόρευμα και όχι κάποιο δώρο που στέλνονταν σε κάποιον Αιγαίο ηγεμόνα ως μέρος μίας τελετουργικής ανταλλαγής δώρων, κυρίως εξαιτίας της υψηλής ποσότητας των ακατέργαστων υλικών που βρίσκονταν μεταξύ των αντικειμένων (εικ. 6-10). Δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε, αν αρχικά το πλοίο είχε σταλεί στην Ανατολή από κάποιον Αιγαίο ηγεμόνα ή ανήκε σε ιδιώτη επιφορτισμένο με αυτή τη συναλλαγή.  

Η Δραστηριότητα των Αιγαίων Εμπόρων στην Περιοχή της Συρίας – Παλαιστίνης κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού (14ος –13ος αι. π.Χ.)
Εικ. 6. Μυκηναϊκές φακοειδείς σφραγίδες 

Η Δραστηριότητα των Αιγαίων Εμπόρων στην Περιοχή της Συρίας – Παλαιστίνης κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού (14ος –13ος αι. π.Χ.)
Εικ. 7. Μυκηναϊκές φακοειδείς σφραγίδες 

Η Δραστηριότητα των Αιγαίων Εμπόρων στην Περιοχή της Συρίας – Παλαιστίνης κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού (14ος –13ος αι. π.Χ.)
Εικ. 8. Αναπαράσταση του πλοίου του Uluburun με το φορτίο του.

Η Δραστηριότητα των Αιγαίων Εμπόρων στην Περιοχή της Συρίας – Παλαιστίνης κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού (14ος –13ος αι. π.Χ.)
Εικ. 9. Κύλικα από το ναυάγιο του Uluburun

Η Δραστηριότητα των Αιγαίων Εμπόρων στην Περιοχή της Συρίας – Παλαιστίνης κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού (14ος –13ος αι. π.Χ.)
Εικ. 10. Κύμβη από το ναυάγιο του Uluburun
Αν όλα τα παραπάνω είναι σωστά, τότε το ναυάγιο του Ουλουμπουρούν αποτελεί ένα παράδειγμα αιγαιακού εμπορικού πλοίου, το οποίο επέστρεφε από την Ανατολή και διοικούνταν από δύο Αιγαίους άνδρες που ήταν εμπορικοί πράκτορες ή έμποροι. Σε αυτή την περίπτωση μιλάμε για ένα σπουδαίο δείγμα απευθείας αιγαιακής εμπορικής δραστηριότητας στην Ανατολή. 

Συμπεράσματα

Συμπερασματικά, θα πρέπει να πούμε πως κατά τη διάρκεια του 14ου και 13ου αι. π.Χ. η οικονομική δομή των μυκηναϊκών ανακτόρων θα πρέπει να υπήρξε ελαστική, πολυεπίπεδη και όχι μονοδιάστατη όσον αφορά στον έλεγχο των περιοχών που διοικούσαν. Αυτό θα βοηθούσε στην ανάπτυξη και των ιδιωτικών διεθνών εμπορικών δραστηριοτήτων, μολονότι αυτό δεν είναι καλά τεκμηριωμένο από τις γραπτές πηγές.  Οι ελίτ της Αργολίδας θα επιθυμούσαν να πετύχουν τον έλεγχο του υπερπόντιου εμπορίου των προϊόντων που προέρχονταν από τα εργαστήριά τους και να εξασφαλίσουν ένα σημαντικό οικονομικό κέρδος. Ένας τρόπος θα ήταν η χρήση των ναυτικών τους δυνάμεων προς αυτή την κατεύθυνση.  (εικ. 11)

Η Δραστηριότητα των Αιγαίων Εμπόρων στην Περιοχή της Συρίας – Παλαιστίνης κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού (14ος –13ος αι. π.Χ.)
Εικ. 11. Οικιστική ιεραρχία στην Αργολίδα της ΥΕ ΙΙΙΒ (Kilian 1988a: fig. 3)
Οπωσδήποτε, κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει την πρωτοκαθεδρία των Κυπρίων ή ακόμη και των Συροπαλαιστινίων ναυτικών εμπόρων, οι οποίοι αποτέλεσαν τους βασικούς συντελεστές του εμπορίου στην Μεσόγειο της ΥΕΧ. Παρόλα αυτά, πιστεύουμε πως τα στοιχεία που παραθέσαμε δεν επιτρέπουν να είμαστε απόλυτοι ως προς την αποκλειστική επικράτηση αυτών των δύο ομάδων και τον πλήρη αποκλεισμό και κάποιων Αιγαίων εμπόρων από το διεθνές εμπόριο της ανατολικής Μεσογείου. Η ανταλλαγή προϊόντων μέσα στο χώρο της Μεσογείου υπήρξε ένα πολυδιάστατο φαινόμενο, το οποίο εκφράστηκε με διάφορους τρόπους, όπως το ανακτορικό εμπόριο, την ανταλλαγή δώρων, την ιδιωτική εμπορική πρωτοβουλία ή και συνδυασμούς των παραπάνω. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, είναι σίγουρο πως οι Αιγαίοι έμποροι βρήκαν τον τρόπο να συνδεθούν εμπορικά απευθείας με τη Συροπαλαιστίνη έστω και σε μικρότερη κλίμακα από ό,τι οι Κύπριοι ή οι Χαναναίοι συνάδελφοί τους.

Παραπομπές:

(1)  Εισήγηση στο 2ο Συνέδριο Μεταπτυχιακών Φοιτητών Προϊστορικής Αρχαιολογίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών με θέμα «Κοινωνία και Οικονομία στην Ανατολική Μεσόγειο από τη Νεολιθική έως και την Ύστερη Εποχή του Χαλκού», Αθήνα, 27 Μαΐου 2016. 

(2)  Από την επιστολή του Suppiluliuma: « Αυτή τη φορά δεν σου έστειλα τον Σατάλι? Τώρα, μου είπαν πως ο άνδρας των Χιγιάββα βρίσκεται στην (χώρα) του Lukka και δεν υπάρχουν σιτηρά γι’ αυτόν». Όσον αφορά σε αυτό το ζήτημα, μη με μου λες πως δεν μπορώ να κάνω κάτι. Δώσε πλοία στον Σατάλι, και άφησέ τους να πάρουν τα σιτηρά για τον άνδρα των Χιγιάβα».
Από την επιστολή του Benti-Sarruma: «Αυτή τη φορά εμπόδισες τον Σατάλι να πάρει σιτηρά για τον άνδρα των Χιγιάβα». 
  
(3) Η πλειονότητα των μελετητών τοποθετεί γεωγραφικά τους Αχιγιάβα στην περιοχή του Αιγαίου με πιθανότερη την περιοχή της ηπειρωτικής Ελλάδας. Έχουν βέβαια προταθεί και άλλες περιοχές του Αιγαίου. 


(4) Η περιοχή έχει δώσει υλικό με επιδράσεις από τον πολιτισμό του Αιγαίου, ενώ δεν είναι άγνωστες και οι οικιστικές δραστηριότητες κατά τη διάρκεια του 13ου αι. π.Χ. (βλ. Μίλητος, η Millawanda των χεττιτικών πηγών). 

(5) Το τελευταίο εθνικό όνομα βρέθηκε και στα αρχεία της Κνωσού. 

(6) Όπως λ.χ. κρασί, χρηστική κεραμική, αρωματικά έλαια. 


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1. Artzy, M., 2006: The Carmel Coast during the Second Part of the Late Bronze Age: A Center for Eastern Mediterranean Transshipping. BASOR 343, σσ. 45– 64. 

2. Astour, M., 1973: Ugarit and the Aegean. In H.A. Hoffner, Jr. (ed.): Orient and Occident: Essays Presented to Cyrus H. Gordon on the Occasion of His Sixty-Fifth Birthday. AOAT 22. Neukirchner-Vluyn. σσ. 17–27. 

3. Bell, C., 2006: The Evolution of the Long Distance Trading Relationships across the LB / Iron Age Transition on the Northern Levantine Coast: Crisis, Continuity and Change. BAR International Series 1574. Oxford.

4. Chadwick, J., 1976: The Mycenaean World. New York.  

5. Cline, E.H. / Yasur-Landau, A., 2007: Musings from a Distant Shore: The Nature and Destination of the Uluburun Ship and Its Cargo. Tel Aviv 34/2, σσ. 125–141

6. Cline, E.H., 1994: Sailing the Wine-Dark Sea. International Trade and the Late Bronze Age Aegean. British Archaeological Reports International Series 591. Oxford. 

7. Dabney, M., 2007: Marketing Mycenaean Pottery in the Levant. In P.P. Betancourt / M.C. Nelson / H. Williams (eds.): Krinoi kai Limenes: Studies in Honor of Joseph and Maria Shaw. Prehistory Monographs 22. Philadelphia. σσ. 191–197. 

8. Gilmour, G.H., 1992: Mycenaean IIIA and IIIB Pottery in the Levant and Cyprus. RDAC, σσ. 113–128.

9. Hankey, V., 1967: Mycenaean Pottery in the Middle East: Notes on Finds since 1951. ABSA 62, σσ. 107–148.

10. Hirschfeld, 2004: Eastwards via Cyprus? The Marked Mycenaean Pottery of Enkomi, Ugarit and Tell Abu Hawam. In J. Balensi / J.-E. Monchambert / S. MüllerSelka (eds.): La céramique mycénienne de l’Égée au Levant. Hommage à Vronwy Hankey. Travaux de la Maison de l’Orient et de la Méditerranée 41. Lyon. σσ. 97–104. 

11. Killen, J.T., 1985: The Linear B Tablets and the Mycenaean Economy. In M. Davies / A. Duhoux / Y. Duhoux (eds.): Linear B: A 1984 Survey. Mycenaean Colloquium of the VIII Congress of the International Federation of the Societies of Classical Studies. Bibliotéque des Cahiers de l’Institute de Linguistiqe de Louvain 26. Louvain-la-Neuve. σσ. 241–305. 

12. Knapp, A.B., 1993: Thalassocracies in Bronze Age Eastern Mediterranean Trade: Making and Breaking a Myth. World Archaeology 24/3, σσ. 332–347.

13. Knapp, A.B. / Cherry, J.F., 1994: Provenience Studies and Bronze Age Cyprus: Production, Exchange, and Socio-Economic Change. Monographs in World Archaeology 21. Madison, WI. Lackenbacher.

14. Landau-Assur, Α., 2010: The Philistines and Aegean Migration at the End of the Late Bronze Age. Oxford.

15. Mee, C., 2008: Mycenaean Greece, the Aegean, and Beyond. In C.W. Shelmerdine (ed.): The Cambridge Companion to the Aegean Bronze Age. Cambridge. σσ. 362–386

16. Niemeier, W.-D., 1998: The Mycenaeans in Western Anatolia and the Problem of the Origins of the Sea Peoples. In S. Gitin / A. Mazar / E. Stern (eds.): Mediterranean Peoples in Transition: Thirteenth to Early Tenth Centuries BCE. Jerusalem. σσ. 17–65.

17. Palaima, Τ.,1991: Maritime Matters in the Linear B Tablets. In R. Laffineur / L. Basch (eds.) Thalassa: l’Egée prehistorique et la mer. Actes de la troisième rencontre égéenne internationale de l’Université de Liège, Station de recherches sous-marines et oceanographiques (StaReSO), Calvi, Corse, 23–25 avril 1990. Aegaeum 7. Liège. σσ. 273–309. 

18. Pulak, C., 2005: Who Were the Mycenaeans Aboard the Uluburun Ship? In R. Laffineur / E. Greco (eds.): Emporia: Aegeans in the Central and Eastern Mediterranean. Proceedings of the 10th International Aegean Conference, Athens, Italian School of Archaeology, 14–18 April 2004. Aegaeum 25. Liège. σσ. 295–312. 

19. Sherratt, S., 1998: “Sea Peoples” and the Economic Structure of the Late Second Millennium in the Eastern Mediterranean. In S. Gitin / A. Mazar / E. Stern (eds.): Mediterranean Peoples in Transition: Thirteenth to Early Tenth Centuries BCE. Jerusalem. σσ. 292–313. 

20. Singer, I., 2006: Ships Bound for Lukka: A New Interpretation of the Companion Letters RS 94.2530 and RS 94.2523. AoF 33/2, σσ. 242–262.

21. Zuckerman, A., 2010: On Aegean Involvement in Trade with the Near East during the Late Bronze Age, UF 42, σσ. 887-901.


Β. Παπαναστασοπούλου, 
Αρχαιολόγος-Θεολόγος, Ms
Υποψ. Διδάκτωρ







0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου