Κυριακή, 7 Ιουνίου 2015

Ανεκτίμητοι θησαυροί στα χέρια ιδιωτών

Ανεκτίμητοι θησαυροί στα χέρια ιδιωτών
Κεντητός Επιτάφιος της Κοκκώνας του Ιωάννου, του πρώιμου 18ου αιώνα (1723 - 1735). Αγοράστηκε από την γκαλερί Neumeister Munhener Kunstauktionhaus του Μονάχου εκ μέρους του αρχαιοπωλείου Καλφαγιάν. Αποτελεί μόλις το δεύτερο γνωστό έργο υπογεγραμμένο από τη δημιουργό του, η οποία μαζί με τα Πάθη του Θεανθρώπου κέντησε και το όνομά της.
Απόγονος προσφύγων τρίτης γενιάς, η 70χρονη Χ. Γκ. δεν είχε ιδέα για τον αρχαιολογικό θησαυρό που είχε στο σπίτι της. Στην πραγματικότητα, ούτε την ενδιέφερε. Η συναισθηματική του αξία έτσι κι αλλιώς ήταν ανεκτίμητη. Οι εικόνες της Παναγίας κι άλλων αγίων ήταν πάντα κομμάτι της ζωής της. Μ’ αυτές μεγάλωσε, ενώπιόν τους προσευχήθηκε σε χαρές και σε λύπες, μ’ αυτές έπιανε το νήμα της αφήγησης για τη... σκούφια της καταγωγής της, για τους γονείς, για τους παππούδες που τις κουβάλησαν από τις χαμένες πατρίδες. Οι διαρρήξεις στη γειτονιά της όμως είχαν πυκνώσει και το πρόβλημά της ήταν πώς θα προστατεύσει τα αγαπημένα της κειμήλια. 

Μια κλοπή, έλεγε, θα της κόστιζε, όσο και η απώλεια ενός δικού της ανθρώπου. Είχε ακούσει για τη δήλωση κατοχής στην 9η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων (νυν Πόλης) και παρά τις προτροπές τρίτων «να μην αποκαλύψει στο κράτος τον ανεκτίμητο θησαυρό της, γιατί θα τον κατασχέσει» ή «πού να μπλέξεις με τη γραφειοκρατία!», αποφάσισε να τα δηλώσει.

Τα οικογενειακά της κειμήλια έχουν πλέον ταυτότητα. Χρονολογημένα, φωτογραφημένα και επιστημονικά τεκμηριωμένα, προστέθηκαν στη μακρά λίστα των κινητών μνημείων που καταρτίζουν οι αρμόδιες υπηρεσίες του ελληνικού Δημοσίου από το 1965 με νόμο εναρμονισμένο –μετά το ’70– και με τη σύμβαση της UNESCO που ορίζει τις καταγραφές κατοχής αντικειμένων αρχαιολογικού ενδιαφέροντος από ιδιώτες.

Κεραμικά, ειδώλια, κοσμήματα, γλυπτά, χάλκινα, εικόνες, σταυροί αγιασμού, αργυρές θήκες ιερών βιβλίων, αργυρές καντήλες με επίχρυσες διακοσμήσεις, κοπτικά υφαντά, παλαίτυπα, νομίσματα και χιλιάδες ετερόκλητα αρχαία αντικείμενα, από τους προϊστορικούς χρόνους ώς τον 19ο αιώνα, έχουν καταγράψει έως σήμερα οι Εφορείες Αρχαιοτήτων βάσει των διατάξεων του ν. 3028/2002 για την «Προστασία των αρχαιοτήτων και εν γένει της πολιτιστικής κληρονομιάς».

Ο συνολικός αριθμός από τους καταλόγους (χειρόγραφους ώς το 1990 και σε διάφορες ψηφιακές μορφές εκ των υστέρων), που βρίσκονται συγκεντρωμένοι στη Διεύθυνση Διαχείρισης Εθνικού Αρχείου Μνημείων Τεκμηρίωσης και Προστασίας Πολιτιστικών Αγαθών, είναι αδύνατον να υπολογιστεί. Αυτό θα γίνει εφικτό μετά την ψηφιοποίηση των κινητών μνημείων, που αναμένεται να ολοκληρωθεί στο τέλος του 2015. Ωστόσο, τα στοιχεία που συγκέντρωσε η «Κ» από την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη ιχνογραφούν την εικόνα ενός άγνωστου και απρόσιτου στο κοινό αρχαιολογικού/κειμηλιακού πλούτου που, αν μπορούσαμε να τον καταγράψουμε και να τον διερευνήσουμε στο σύνολό του, θα διαβάζαμε την ιστορία του ελληνισμού.

Ενδεικτικά, μόνο στον Νομό Αττικής, σε περίπου 5.100 ανέρχονται οι νόμιμοι κάτοχοι και κύριοι κινητών μνημείων από το 1965 ώς σήμερα. Στη Θεσσαλονίκη, περίπου 240 υποθέσεις με περισσότερα από 1.000 αντικείμενα, ποικίλα ως προς τον τόπο προέλευσης και χρονολόγησής τους, έχουν διαχειριστεί την τελευταία δεκαετία (2004-2014) οι αρχαιολόγοι της 9ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων.

Και βέβαια πρόκειται για χιλιάδες έργα τέχνης. Αρκεί να υπολογιστεί ότι κάθε ιδιώτης μπορεί να κατέχει από ένα έως εκατοντάδες αντικείμενα, για να αντιληφθούμε τα μεγέθη. Οι λίστες μεταβάλλονται διαρκώς καθώς, όπως διευκρινίζει η προϊσταμένη της ΔΔΕΑΜΤΠΠΑ Βασιλική Παπαγεωργίου, σύμφωνα με τον ν. 3028/2002, νέοι κάτοχοι ή κύριοι προστίθενται ή άδειες ανακαλούνται από κατόχους που δεν τηρούν τους προβλεπόμενους όρους στα σχετικά άρθρα 23 και 24 του προαναφερθέντος νόμου κι αφορούν κυρίως δηλώσεις μεταβίβασης ή πώλησης αντικειμένων.

Μόνο ένα δείγμα

Οι κατάλογοι Αττικής και Θεσσαλονίκης ωστόσο αποτελούν δείγμα μόνο ενός αμύθητου αρχαιολογικού πλούτου. Αποθησαυρισμένα σε σπίτια και παλαιοπωλεία, σε ιδιωτικές συλλογές, σε σωματεία και οργανισμούς, αποκαλύπτουν φωτεινές (εισαγωγές σπουδαίων έργων από αρχαιοπώλες και συλλέκτες) και σκοτεινές παραμέτρους (αρχαιοκαπηλίας) του πολύπλοκου και σύνθετου ζητήματος που αφορά τη νόμιμη ή παράνομη κατοχή-διακίνηση αρχαίων αντικειμένων. Μαζί και μια τραγική παράμετρος, μια αθέατη πλευρά της καταστροφικής για πολλές οικογένειες παρατεταμένης ύφεσης: ιδιώτες, απελπισμένοι από τα δυσβάσταχτα χρέη, σπεύδουν να δηλώσουν τα οικογενειακά τους κειμήλια –κυρίως προσφυγικά– για να τα πουλήσουν (εάν η νομοθεσία το επιτρέπει) δίνοντας έτσι μια ανάσα στα οικονομικά αδιέξοδα στα οποία περιήλθαν τα τελευταία χρόνια λόγω κρίσης.

Αλλά ας δούμε και τι λέει η νομοθεσία: για αρχαία αντικείμενα, χρονολογημένα προ του 1453, απαγορεύεται η πώλησή τους. Υπάρχει μόνον δικαίωμα μεταβίβασης. Ο ιδιώτης έχει την κατοχή αλλά η κυριότητα ανήκει στο κράτος. Για αντικείμενα χρονολογημένα μετά το 1453, η πώληση εξαρτάται από την καλλιτεχνική και ιστορική αξία του αντικειμένου. Στην περίπτωση αυτή ενημερώνονται αρχικά τα μουσεία και αν εκτιμήσουν τη μοναδικότητα του έργου, προχωρούν στην αγορά για να εμπλουτίσουν τις θεματικές τους συλλογές.

Προς πώληση λόγω κρίσης

Πέρασαν από γενιά σε γενιά μαζί με τις αφηγήσεις κάθε οικογενειακής μικροϊστορίας. Τα φυλούσαν στα σπίτια τους σαν κόρη οφθαλμού, πολλές φορές μακριά από τα βλέμματα τρίτων. Και, τώρα, στην κρίση, σεπτά κειμήλια αιώνων, ανεκτίμητης -συναισθηματικής κυρίως- αξίας συχνά βγαίνουν στο σφυρί. Τη θλιβερή πραγματικότητα αποκαλύπτει και η αύξηση των δηλώσεων κατοχής κειμηλίων από ιδιώτες του βορειοελλαδικού χώρου κατά την τελευταία διετία.

Προ κρίσης, οι υπεύθυνοι αρχαιολόγοι έδιναν αγώνα για να οικοδομήσουν μια σχέση εμπιστοσύνης με τους κατόχους αντικειμένων, επισημαίνοντας ότι η καταγραφή τους συμβάλλει στην προστασία τους από τυχόν κλοπή και διακίνηση. «Δεν ήταν πάντα ένα εύκολο βήμα. Οι περισσότεροι είχαν την αντίληψη ότι εάν τα δηλώσουν, πιθανότατα θα κατασχεθούν από το Δημόσιο», επισημαίνει η κ. Δουλγκέρη.

«Χρόνο με τον χρόνο, περισσότεροι κάτοχοι προσέρχονταν στην υπηρεσία αλλά, δυστυχώς, το φαινόμενο της αυξητικής τάσης των τελευταίων ετών οφείλεται και στην πρόθεση πολλών πολιτών να καταγράψουν τα οικογενειακά τους κειμήλια με απώτερο σκοπό την πώλησή τους. Εάν βέβαια η νομοθεσία το επέτρεπε. Έτσι, αντικείμενα που μπορεί να μην εντάσσονταν στα στενά πλαίσια προστασίας αλλά αποτελούσαν κειμήλια οικογενειακής ιστορίας, εκποιούνται έναντι “της κρίσης”».

Κειμήλια προσφύγων

Τα περισσότερα είναι κειμήλια που κληρονόμησαν από τους πρόσφυγες παππούδες τους: εφέστιες εικόνες από εργαστήρια της Ηπείρου και της Κωνσταντινούπολης, σταυροί αγιασμού του 18ου αιώνα και άλλα έργα εξαίρετης τέχνης. Όσοι αποφάσισαν να τα πουλήσουν, σύμφωνα και με όσα μας πληροφορεί η κ. Δουλγκέρη, βρίσκονται σε απελπιστική οικονομική κατάσταση. Άλλοι με υπέρογκα χρέη στις εφορίες, άλλοι με άνεργα παιδιά, άλλοι με προβλήματα υγείας.

Ο αποχωρισμός τούς πληγώνει βαθιά. Νιώθουν σαν να κόβουν το νήμα που διατηρούσε ζωντανή τη μνήμη από τις χαμένες πατρίδες. Ο απώτερος σκοπός μετριάζει τη θλίψη, όπως τα ίδια εκποιηθέντα πλέον κειμήλια απάλυναν κάποτε τον πόνο του ξεριζωμού.

Εικόνες από τη Μικρά Ασία, τον Πόντο και την Κωνσταντινούπολη

Τι είδους αντικείμενα βρίσκονται στα χέρια ιδιωτών, από ποιες εποχές, από ποιους τόπους και ποια καλλιτεχνικά κέντρα προέρχονται; Μια επιστημονική τεκμηρίωση του αρχαιολογικού θησαυρού από τις δηλώσεις κατοχής/κυριότητας από ιδιώτες, κατασχέσεις αρχαιοκαπηλίας, νόμιμες εισαγωγές από το εξωτερικό, επιχείρησαν η πρώην τμηματάρχης καταγραφών τεκμηρίωσης και κειμηλίων της 9ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, Ευπραξία Γ. Δουλγκέρη, νυν τμηματάρχης Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, Εφορείας Αρχαιοτήτων Πιερίας, και επικουρικά ο έκτακτος αρχαιολόγος Χαρίλαος Ευ. Γουΐδης.

Την πολυπληθέστερη ομάδα των δηλώσεων κατοχής, όπως διαπιστώνουν, αποτελούν οι προσφυγικές εικόνες από τον μικρασιατικό, τον παρευξείνιο χώρο και την Κωνσταντινούπολη. Δίπλα τους κι άλλα κομψοτεχνήματα: αργυρές καντήλες με επίχρυσες διακοσμήσεις, αργυρές θήκες ιερών βιβλίων κατ’ αντιστοιχία με τα ανάλογα ισλαμικά πρότυπα (θήκη), σταυροί αγιασμού με χαραγμένα τα ονόματα των κατόχων.

Κάθε κειμήλιο, επισημαίνουν οι αρχαιολόγοι, «πέρα από την καλλιτεχνική και την ιστορική αξία, κουβαλάει και μεγάλο συναισθηματικό φορτίο». Οι κάτοχοί τους αφηγούνται ιστορίες για εικόνες θαυματουργές που γλίτωσαν από πυρκαγιές (Δρυμός) για εικόνες που μυροβλύζουν, που τους έσωσαν από συμφορές και ασθένειες.

Στις απεικονίσεις κυριαρχούν η Θεοτόκος, ως Γοργοϋπήκοος, ως Οδηγήτρια, ως Ρόδον το Αμάραντον (αγαπητός τύπος στον 18ο αιώνα) αλλά και άγιοι, είτε ως περιώνυμοι προστάτες των χαμένων εστιών είτε ως ξακουστοί θεραπευτές, όπως ο Άγιος Χαράλαμπος ― ο κατ’ εξοχήν προστάτης από την τρομερή πανώλη για τις ανατολικές ελληνόφωνες περιοχές, ιδίως από τον 17ο αιώνα και έπειτα.

Από την Ανατολή

Αντικείμενα δεν διαθέτουν μόνο οι εκδιωχθέντες πολίτες από τις αλησμόνητες πατρίδες. Αξιοπρόσεκτα είναι τα πατρογονικά κειμήλια από τον οικείο μακεδονικό χώρο και πολλά από τον χώρο της Ανατολής. Έργα υφαντικής, πολλά κοπτικά, που αποτελούν τμήματα χιτώνων, πετασμάτων και ταφικών επιβλημάτων από την πρωτοβυζαντινή Συροπαλαιστίνη και την Αίγυπτο, με ξεχωριστό ενδιαφέρον τα εισαχθέντα από το Ηνωμένο Βασίλειο και τις ΗΠΑ, υπολείμματα δύο κοπτικών χιτώνων των παλαιοχριστιανικών χρόνων (5ος - 7ος αιώνα) και τα σπαράγματα χειρόγραφου κώδικα θρησκευτικού περιεχομένου του 18ου αιώνα, γραμμένου στην κοπτική γλώσσα της Αιγύπτου με σχολιασμό στην αραβομουσουλμανική γραφή.

Ταπεινά αντικείμενα, κυρίως των υστεροβυζαντινών και μεταβυζαντινών χρόνων (κοσμήματα, νομίσματα), είναι όσα κατασχέθηκαν από αρχαιοκαπηλίες. Αντίθετα, έργα υψηλής αισθητικής και τέχνης, σπουδαίων καλλιτεχνών, είναι όσα προέρχονται από εισαγωγές/διακινήσεις. Αν και λιγότερα, αφορούν στοχευμένες αγορές από χώρες του εξωτερικού που εισήχθησαν στην Ελλάδα πλουτίζοντας ιδιωτικές συλλογές και μουσεία. Ενδεικτική είναι η «Άκρα Ταπείνωση» και η «Pieta» που αγόρασε το αρχαιοπωλείο της αειμνήστου Αναΐτ Καλφαγιάν από γκαλερί της Πορτογαλίας και της Ζυρίχης, αντίστοιχα.

Το ομώνυμο αρχαιοπωλείο κατέχει άδεια για εμπορία αρχαιοτήτων και εικόνων από το 1986, διευκρινίζει στην «Κ» ο Αρσέν Καλφαγιάν. Από τότε έως σήμερα, αγοράζοντας έργα τέχνης από το εξωτερικό, διασώζει σημαντικό αριθμό αντικειμένων αριστουργηματικής τέχνης. «Η νόμιμη διακίνηση είναι ένα από τα καλύτερα όπλα κατά της αρχαιοκαπηλίας και προστασίας της πολιτιστικής μας κληρονομιάς», επισημαίνει.

Μεταβυζαντινής περιόδου

Η πλειονότητα, εξηγεί, είναι αντικείμενα της μεταβυζαντινής κυρίως περιόδου. Ορισμένα έχουν συμπληρώσει θεματικές συλλογές μουσείων (Βυζαντινού Πολιτισμού της Θεσσαλονίκης, των Ιωαννίνων, της Μονής Κύκκου), είτε με αγορές είτε με δωρεές (εικόνες και χάλκινους σταυρούς προς το Βυζαντινό Θεσσαλονίκης). Η «Άκρα Ταπείνωση» του Νικολάου Τζαφούρη (τέλους του 15ου αιώνα) για παράδειγμα, λόγω της σπουδαιότητάς της, αγοράστηκε από τους φίλους του Μουσείου Βυζαντινού Πολιτισμού για τη συλλογή του μουσείου.

Έργο μοναδικό μεταξύ αυτών είναι και ο Κεντητός Επιτάφιος του πρώιμου 18ου αιώνα (1723 - 1735) που αγόρασε επίσης το αρχαιοπωλείο Καλφαγιάν από γκαλερί του Μονάχου. Αποτελεί το δεύτερο γνωστό υπογεγραμμένο από τη δημιουργό του, την περίφημη Κοκκώνα του Ιωάννου, η οποία πάνω στο άλικο ατλάζι κέντησε, εκτός από το όνομά της, τα Πάθη του Θεανθρώπου με όλη την αριστοτεχνική και βυζαντινής καταβολής τέχνη της.

Ακόμη στα χαρτιά

Η πρόσφατη εμπειρία μας να αναζητήσουμε τα πανελλαδικά στοιχεία των δηλώσεων κατοχής αρχαίων αντικειμένων ανέδειξε και μια επιπλέον θλιβερή διαπίστωση: στην εποχή της ψηφιοποίησης και με τόσα ευρωπαϊκά κονδύλια, το ΥΠΠΟ δεν κατάφερε έως σήμερα να δημιουργήσει μια ηλεκτρονική βάση δεδομένων. Οι υπάλληλοι, παρά τη φιλότιμη προσπάθεια, ήταν αδύνατον να βγάλουν άκρη από όλα τα σκόρπια αρχεία. «Η ψηφιακή πρόσβαση θα είναι εφικτή με την ολοκλήρωση του προγράμματος ψηφιοποίησης τουλάχιστον 500.000 κινητών μνημείων, τμήμα της οποίας αποτελούν και οι δηλώσεις κατοχής αντικειμένων από ιδιώτες», μας διαβεβαιώνει η κ. Βασιλική Παπαγεωργίου, προϊσταμένη της Διεύθυνση Διαχείρισης Εθνικού Αρχείου Μνημείων Τεκμηρίωσης και Προστασίας Πολιτιστικών Αγαθών. Είναι η υπερ-Διεύθυνση μέσα στην οποία συγχωνεύτηκε και η επί μισό αιώνα αυτόνομη και αρμόδια για την περιοχή της Αττικής Εφορεία Αρχαιοπωλείων και Ιδιωτικών Αρχαιολογικών Συλλογών.


Πηγή: Γ. Μυρτσιώτη, Καθημερινή





0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου