Τετάρτη, 27 Ιανουαρίου 2016

35 χρόνια γκρίνιας και καθυστερήσεων

35 χρόνια γκρίνιας και καθυστερήσεων
Η φωτογράφος της Ακρόπολης, 15 Απριλίου 1911
(Συλλογή Χάρη Γιακουμή / Kallimages, Παρίσι).
Σε αυτόν τον τόπο κάθε μεγάλο έργο έγινε με καθυστερήσεις, περιπέτειες και γκρίνια. Ακόμη και το πρώτο μουσείο της χώρας. 

Το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο που φέτος γιορτάζει τα 150 χρόνια από τη θεμελίωσή του, στρέφει όλους τους προβολείς πάνω του με μια σειρά δράσεων όπως η διοργάνωση της έκθεσης «Οδύσσειες» το φθινόπωρο. Αλλά και μέσα από συνέργειες με την ΚΟΑ, το Εθνικό Θέατρο, το Μουσείο των Ηρακλειδών, το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και την Εθνική Πινακοθήκη και στο εξωτερικό με το Εθνικό Μουσείο Δυτικής Τέχνης του Τόκιο και το Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης.

Στις 18 Μαΐου, τη Διεθνή Ημέρα Μουσείων, θα είναι το τιμώμενο μουσείο της χώρας, ενώ οι ιδέες και οι πρωτοβουλίες του έχουν σκοπό να ξεπεράσουν τον αριθμό των 450.000 επισκεπτών που συγκέντρωσε πέρυσι. Το 2016 είναι η χρονιά του.

Πώς άρχισαν όλα...

Το χρονικό της ίδρυσης του μουσείου ξεκινά με την ίδρυση του Νέου Ελληνικού Κράτους. Κυρίως με τα μέτρα που ελήφθησαν για τον περιορισμό της παράνομης διακίνησης αρχαιοτήτων και των περιηγητών που έρχονταν και αποσπούσαν αρχαιότητες που θαύμαζαν. Το 1832 ο Κυριακός Πιττάκης διορίστηκε επιστάτης των Αρχαιοτήτων στην Αθήνα. Τότε ξεκίνησε να συγκεντρώνει τις διάσπαρτες αρχαιότητες στο Θησείο, τη Στοά Αδριανού, τον Πύργο των Ανέμων, την Ακρόπολη... Τα μέσα από την πλευρά του κράτους δεν ήταν πολλά.

Όμως υπήρχαν πολλοί λόγιοι και πολιτικοί της εποχής που αγωνιούσαν για την πολιτιστική κληρονομιά που χάνονταν ή λεηλατούνταν. Έτσι το 1837, με την πρωτοβουλία του πλουσίου εμπόρου Kωνσταντίνου Mπέλιου ιδρύθηκε η εν Aθήναις Aρχαιολογική Eταιρεία που είχε ως σκοπό την ανεύρεση, αναστήλωση και συμπλήρωση των αρχαίων της χώρας. Με τις προσπάθειες του Πιττάκη και της Εταιρείας άρχισαν να πληθαίνουν οι αρχαιότητες. Παρόλα αυτά δεν ήταν εύκολο να αποκτήσει ακόμη η Αθήνα ένα μεγάλο μουσείο.

Το 1854 η κυβέρνηση εγγράφει στον κρατικό προϋπολογισμό 10.000 δρχ. τον χρόνο για την ανέγερση μουσείου, «ένα ποσόν το οποίο βεβαίως με κανέναν τρόπο δεν καθιστούσε υλοποιήσιμο οποιοδήποτε σχέδιο», σημειώνει ο Νίκος Καλτσάς (τ. διευθυντής του ΕΑΜ) στην έκδοση το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο (Ιδρυμα Λάτση). Δύο χρόνια αργότερα ο ευεργέτης Δημήτριος Μπερναρδάκης από την Αγία Πετρούπολη πρόσφερε 200.000 δρχ. για τον σκοπό αυτό, ενώ το 1858 με διάταγμα του Οθωνα αποφασίστηκαν η ίδρυση του μουσείου και η προκήρυξη του αρχιτεκτονικού διαγωνισμού για τα σχέδια. Στον διαγωνισμό συμμετείχαν 14 αρχιτέκτονες αλλά η Βασιλική Ακαδημία του Μονάχου στην κρίση της οποίας τέθηκαν τα σχέδια, τα απέρριψε όλα. Στη έκθεση όμως που έγινε για το κοινό, ανάμεσα στα σχέδια ξεχώρισε εκείνο του Ιταλού Arturo Conti.

Στη υπόθεση εμπλέκεται και ο Γερμανός αρχιτέκτονας Ludwig Lange, ο οποίος έφτιαξε δικό του σχέδιο για το Εθνικό Μουσείο της Ελλάδος. Νέες καθυστερήσεις μαζί με την έξωση του Όθωνα «πάγωσαν» πάλι την υπόθεση. 'Οσο όμως περνούσαν τα χρόνια, η ανάγκη γινόταν επιτακτική. Και ήταν το 1864, όταν η επιμονή των αρθρογράφων της εποχής και οι πιέσεις που ασκούσαν λόγιοι οδήγησαν μια επιτροπή να ξανακοιτάξει τα σχέδια του Arturo Conti. Αλλά η επιτροπή ανακάλυψε και τα ξεχασμένα σχέδια του Lange κρίνοντας ότι είναι καλύτερα.

Το 1865 εκδόθηκε Προεδρικό Διάταγμα «Περί ανεγέρσεως Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου» στον λόφο του Αγ. Αθανασίου όπως είχε επιλέξει ο Γερμανός αρχιτέκτονας. Διορίστηκαν μάλιστα αρχιτέκτονας της οικοδομής (Παναγιώτης Κάλκος) και πέντε επιμελητές. Τον επόμενο χρόνο με άλλο Π.Δ. αποφασίστηκε το μουσείο να φέρει την επωνυμία του Μπερναρδάκη αφού πρόσφερε τα χρήματα. Ομως παρότι άρχισε να σκάβεται η κοίτη θεμελίωσης «το μουσείο δεν θεμελιώθηκε γιατί διατυπώθηκαν και πάλι αντιρρήσεις για τη θέση του» γράφει ο κ. Καλτσάς. Ώσπου η Ελένη Τοσίτσα πριν από τον θάνατό της δώρισε το οικόπεδο της οδού Πατησίων (65.056 τ.μ.) δίπλα σε αυτό που είχε δωρίσει για την ανέγερση του Πολυτεχνείου. Με βασιλικό πια διάταγμα στις 23/3/1866 ορίστηκε επίσημα η ανέγερση του μουσείου. Τα σχέδια ήταν του Γερμανού Lange και του Έλληνα αρχιτέκτονα Κάλκου.

Από τότε πέρασαν 150 χρόνια κι αυτά ακριβώς γιορτάζει φέτος το πρώτο μουσείο της χώρας. Γιατί βέβαια οι περιπέτειές του δεν τελείωσαν με την ολοκλήρωση της δυτικής πτέρυγας. Η οικοδομή καθυστερούσε και εν τέλει η Αρχαιολογική Εταιρεία μαζί και ο Νικόλαος Μπερναρδάκης γιος του ευεργέτη πρόσφεραν 100.000 φράγκα για τον σκοπό. Ο Κάλκος είχε πεθάνει πια και το ελληνικό κράτος πρότεινε στον Hansen να αναλάβει την αποπεράτωση του έργου. Εκείνος αρνήθηκε διότι δεν του άρεσαν τα σχέδια του Lange. Πρότεινε μάλιστα άλλη θέση για το μουσείο, νότια της Ακρόπολης.

Τελικά το μουσείο στην Πατησίων συνέχισε μαθητής του Hansen, ο Ernst Ziller. Ο Τσίλλερ έκανε αλλαγές κυρίως στην πρόσοψη του κτιρίου «εφαρμόζοντας ένα σχέδιο που είχε ήδη εκπονήσει για το μουσείο της Ολυμπίας». Το 1889 το Εθνικό Αρχαιολογικό (η δυτική πτέρυγα) ολοκληρώθηκε 23 χρόνια μετά τη θεμελίωσή του.

Γενέθλια με «Οδύσσειες» τον Οκτώβριο

Τα «γενέθλια» του πρώτου μουσείου της χώρας θα κορυφωθούν με την έκθεση «Οδύσσειες» τον Οκτώβριο. Ένα ταξίδι από τη νεολιθική περίοδο μέχρι την ύστερη αρχαιότητα μέσα από τα αριστουργήματα του μουσείου. Μην ξεχνάμε ότι το ΕΑΜ είναι ένα πανόραμα της ιστορίας και της τέχνης της χώρας σε μια διαδρομή επτά χιλιετιών. Κάθε δράση του από «Το Αθέατο Μουσείο» ώς τα 15 εκπαιδευτικά προγράμματα πέρυσι, την αναμόρφωση του ιστότοπου www.namuseum.gr, τη δημιουργία του blog κ.ά., προβάλλει το πάθος των ανθρώπων του και της διευθύντριάς του κ. Μαρίας Λαγογιάννη. Το Εθνικό Αρχαιολογικό βρήκε τον τρόπο να φέρνει στις αίθουσές του πολλές φορές το κοινό. Το πέτυχε με το «Ναυάγιο των Αντικυθήρων», με την έκθεση των «Περιηγητών» και τώρα στο Καφέ του Μουσείου με τη νέα διοργάνωση: «Ανθρωποι στα υπέροχα ερείπια των Αθηνών, από τον 19ο στον 20ό αιώνα» (συνεργασία με το Μουσείο Ηρακλειδών). Όπου παρουσιάζεται η εξέλιξη της φωτογραφικής απεικόνισης της ανθρώπινης παρουσίας στα υπέροχα ερείπια των Αθηνών, με αφετηρία την πρώτη φωτογραφική λήψη που έγινε στην Ελλάδα το 1839.


Πηγή: Γ. Συκκά, Καθημερινή





0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου