Κυριακή, 17 Ιανουαρίου 2016

«Ξένος» διευθυντής στο Μπενάκη;

«Ξένος» διευθυντής στο Μπενάκη;
Τα τελευταία χρόνια, η τράπουλα των επικεφαλής των μουσειακών οργανισμών της Ευρώπης ανακατεύεται και μοιράζεται ταχύτατα. Το Μουσείο Μπενάκη θα ακολουθήσει τον ίδιο δρόμο;
«Φανταστείτε πώς θα φαινόταν σε εσάς τους Ελληνες αν ένας Γερμανός, Αυστριακός, Γάλλος ή Αμερικανός αναλάμβανε την Κνωσό, τους Δελφούς ή το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο;» έλεγε τον Αύγουστο στην «Κ», ο Ιταλός αρχαιολόγος Λουί Γκοντάρ, ειδικός στον μυκηναϊκό πολιτισμό και σύμβουλος για την πολιτιστική κληρονομιά του Προέδρου της Ιταλικής Δημοκρατίας. 

Αφορμή για την τοποθέτησή του ήταν η πρόκριση ξένων επικεφαλής στα εμβληματικότερα μουσεία της γείτονος, ύστερα από ανοικτό διεθνή διαγωνισμό, του οποίου η διαφάνεια αμφισβητήθηκε. Στο άκουσμα της είδησης ότι πιθανώς ένας σαραντάρης Γάλλος, ο Ολιβιέ Ντεκότ, πρώην επικεφαλής του Γαλλικού Ινστιτούτου Αθηνών, ενδεχομένως να πάρει τα ηνία του Μπενάκη, προκλήθηκαν αντιδράσεις ευρέος φάσματος, από την ευχάριστη έκπληξη ώς τη δυσπιστία.

Τα τελευταία χρόνια, η τράπουλα των επικεφαλής των μουσειακών οργανισμών της Ευρώπης, ανακατεύεται και μοιράζεται ταχύτατα: ο επικεφαλής της Tέιτ Μόντερν, που τώρα ετοιμάζει τις βαλίτσες του για τη Γερμανία, είναι ο  Βέλγος Κρις Ντέρκον. Ο διευθυντής των Ουφίτσι, Εϊκε Σμιτ είναι Γερμανός. Mαζί του ανέλαβε ο Γάλλος Σιλβέν Μπελενζέ το Μουζέο Ντι Καποντιμόντε στη Νάπολι, o Bρετανός Τζέιμς Μπράντμπουρν την Πινακοτέκα Ντι Μπρέρα στο Μιλάνο και η Γερμανίδα Σέσιλι Χόλμπεργκ την Γκαλερία Ντελ Ακαντέμια της Φλωρεντίας. O Γερμανός Χάρτβιγκ Φίσερ διαδέχεται τον Νιλ Μακ Γκρέγκορ στο Βρετανικό Μουσείο. Oσο για τον Γκαμπριέλε Φινάλντι, που ηγείται της Εθνικής Πινακοθήκης στο Λονδίνο, είναι κατά το ήμισυ Ιταλός που μεγάλωσε στην Αγγλία.

Άραγε αυτή η κινητικότητα να δίνει κουράγιο στον Ολιβιέ Ντεκότ (ο οποίος, ώς τη στιγμή που γράφουμε, δεν έχει πάρει επίσημα το χρίσμα); Ανεξαρτήτως, πάντως, του συγκεκριμένου προσώπου, φαίνεται πως μία συζήτηση γενικότερη είναι εάν ένας ξένος διευθυντής είναι πρακτικό να αναλάβει τις τύχες ενός ιστορικού ελληνικού μουσείου. Έτσι, δύο άνθρωποι που γνωρίζουν καλά τα μουσειακά δεδομένα της χώρας μας, αναλύουν τα υπέρ και τα κατά, της πιθανής τοποθέτησης ενός μη γηγενούς σε ένα από τα πιο «ελληνικά» μουσεία.

Λίλα Μαραγκού, 
ομ. καθηγήτρια Kλασικής Aρχαιολογίας, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων
«Ο Μπενάκης δεν θα συμφωνούσε»

«Είχα την τύχη να εργαστώ για επτά χρόνια στο Μουσείο Μπενάκη, μόλις επέστρεψα από την ολοκλήρωση των διδακτορικών μου σπουδών στη Γερμανία το 1970. Εργάστηκα στο τμήμα Ελληνικών και Ρωμαϊκών Αρχαιοτήτων, με έμφαση στην επιστημονική έρευνα και τις δημοσιεύσεις των τόμων του ιδρύματος. Γνώρισα τον Λουκά Μπενάκη και την Ειρήνη Καλλιγά, ενώ παρακολούθησα τον Αγγελο Δεληβορριά να αναλαμβάνει καθήκοντα έχοντας ένα ξεκάθαρο όραμα, το οποίο και υλοποίησε τις επόμενες δεκαετίες, με τρόπο μοναδικό, αφουγκραζόμενος το πνευματικό κληροδότημα του Αντώνη Μπενάκη. Δηλαδή εκείνου του ανθρώπου που ζήτησε να εντοιχίσουν την καρδιά του στην είσοδο του μουσείου, όπου υπάρχει και η σχετική επιγραφή “τω έθνει δωρείται” για να κατανοούμε το πνεύμα μέσα από το οποίο έβλεπε την προσφορά του στην Ελλάδα.

Όταν πληροφορήθηκα ότι ένας Γάλλος αναλαμβάνει τα ηνία του σπουδαίου αυτού θεσμού, πρέπει να πω ότι αγριεύτηκα και στεναχωρήθηκα. Δεν θέλω να αδικήσω τον Ολιβιέ Ντεκότ, τον οποίον γνωρίζω ελάχιστα και έχω μιλήσει μαζί του μονάχα στα γαλλικά και όχι στα ελληνικά. Και επίσης θέλω να πω εξαρχής ότι δεν θα μπορούσε να υπάρξει ένας διάδοχος του διαμετρήματος του Αγγελου Δεληβορριά, διότι ανήκουν σε διαφορετικές γενιές με άλλα βιώματα και κοσμοθεωρία. Ομως έχω ορισμένα ερωτήματα: Δεν θα έπρεπε να έχει επιλεγεί κάποιος που να έχει ζυμωθεί περισσότερο με την πλουσιότατη συλλογή του Μουσείου, να έχει λ.χ. αίσθηση τι σημαίνει κοπτικό ύφασμα; Να έχει τριβή με το αντικείμενο που λέγεται μουσείο; Δεν θα έπρεπε να βρεθεί κάποιος που να μπορεί να συναισθανθεί εν τω βάθει το αφήγημα που έφτιαξε ο Δεληβορριάς με υπομονή, ανοιχτό μυαλό και μεθοδικότητα για την ελληνικότητα στη διαχρονία της, από τα προϊστορικά χρόνια ώς τη γενιά του ’30; Δεν θα έπρεπε να αναλάβει κάποιος που να ξέρει ότι αυτήν τη σκάλα στο μουσείο την ανεβοκατέβαινε ο Τρελαντώνης; Και αν το τελευταίο σας φαίνεται συναισθηματικό, ακατάλληλο για την εποχή του fundraising που ζούμε σήμερα, τότε να ρωτήσω πόσο εύκολο θα είναι για έναν Γάλλο να καταλάβει τα θέματα της ελληνικής δημόσιας διοίκησης. Μπορεί να πάει μόνος του σε έναν υπουργό; Να κατανοήσει τη σύνθετη ελληνική πραγματικότητα που όπως και να το κάνουμε απαιτεί χειρισμούς ενός γνώστη για να προχωρούν τα ζητήματα; Θεωρώ, πάντως, ότι αν ήταν ο Αντώνης Μπενάκης εν ζωή δεν θα συμφωνούσε με αυτήν την επιλογή».

Δρ Τζένη Βελένη, επικεφαλής του Αρχαιολογικού Μουσείου Θεσσαλονίκης
«Eίναι η ευκαιρία μας να αλλάξουμε»

«Χάρηκα ιδιαίτερα όταν πληροφορήθηκα για την υποψηφιότητα του κ. Ντεκότ ως διαδόχου του Άγγελου Δεληβορριά. Τον έχω συναντήσει από κοντά σε επαγγελματικό πλαίσιο και μου άφησε τις καλύτερες εντυπώσεις για την παιδεία και την ευγένειά του. Πιστεύω ότι είναι ένας άνθρωπος ευρύτατης μόρφωσης, στοιχείο απαραίτητο για τη θέση αυτή και έχει γνώση του ελληνικού πολιτισμού, καθώς προέρχεται από οικογένεια ελληνομαθών. Η θητεία του στο Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών κρίθηκε επιτυχής, καθώς προσέδωσε στο ίδρυμα αέρα εξωστρέφειας, προσελκύοντας ακόμα και τους μη γαλλόφωνους, ενώ θεωρώ ότι τον εξοικείωσε αρκούντως με τα τεκταινόμενα στη χώρα μας, σε επίπεδο καλλιτεχνικό, πολιτικό και κοινωνικό. Στεναχωριέμαι όταν τον αποκαλούν “ξένο” και θεωρώ ότι αυτό είναι απαράδεκτο για μια χώρα που θέλει να λογίζεται μέλος της ευρωπαϊκής οικογένειας. Δεν μπορούμε να έχουμε δύο μέτρα και δύο σταθμά, δηλαδή από τη μια να αντιμετωπίζουμε την Ευρώπη σαν μια δύναμη από την οποία απαιτούμε αλληλεγγύη αλλά να θυμώνουμε όταν ένας αξιόλογος Γάλλος μπορεί να ηγηθεί ενός ελληνικού μουσείου. Αν ένας Έλληνας αναλάμβανε ένα γερμανικό λ.χ. δεν θα ήμασταν υπερήφανοι γι’ αυτόν; Γιατί να φοβόμαστε να δώσουμε το δώρο της εμπιστοσύνης σε κάποιον που δεν γεννήθηκε εδώ αλλά μας γνωρίζει και μας αγαπά; Πρέπει να πάψουμε να αντιμετωπίζουμε τον πολιτισμό μας ως ιδιοκτησία και να τον δούμε ως κοινοκτημοσύνη. Θα σας δώσω ένα μικρό παράδειγμα. Όταν συμπληρώθηκαν τα 100 χρόνια από τη φυγή της Νίκης της Σαμοθράκης με πλησίασαν κάποιοι τοπικοί παράγοντες της περιοχής για να κάνουμε μια εκστρατεία για την επιστροφή της. Τους είπα ότι εκεί όπου βρίσκεται το άγαλμα το βλέπουν 8 εκατομμύρια άνθρωποι τον χρόνο και αν γύριζε στη Σαμοθράκη θα το έβλεπαν 100.000 το πολύ. Πρέπει να έχουμε ανοικτό μυαλό και σε μια δύσκολη φάση για την Ελλάδα να διακρίνουμε τι είναι αυτό που μας φέρνει το μεγαλύτερο καλό.

Θεωρώ ότι η επιλογή του Ολιβιέ Ντεκότ θα αλλάξει τα μουσειακά δεδομένα, καθώς είναι ένας νέος, δυναμικός άνθρωπος που θα δώσει τον δικό του τόνο. Θεωρώ ότι θα ανεβάσει υψηλότερα τον πήχυ με τη λεπτότητα, το χαμόγελο και την παιδεία του. Ακόμα και αν δεν γνωρίζει κάποια πράγματα στο πεδίο υπουργείων και υπηρεσιών, θα τα μάθει γρήγορα, διότι είναι ευφυής. Από την άλλη, είναι μια ευκαιρία για εμάς όχι μόνο να αποκτήσουμε πιο ευρείς ορίζοντες και να γίνουμε πιο ανεκτικοί αλλά να διορθώσουμε  τα κακώς κείμενα της δημόσιας διοίκησής μας, έτσι ώστε να υπάρχουν πραγματικά ευρωπαϊκά μέτρα και σταθμά. Ο,τι δηλαδή απαιτούμε από την Ευρώπη σε επίπεδο οικονομίας να το προσφέρουμε και εμείς σε επίπεδο πολιτισμού και καθημερινότητας».


Πηγή: Μ. Πουρναρά, Καθημερινή





0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου