Δευτέρα, 20 Ιουνίου 2016

Ο Μίνως Καλοκαιρινός και οι πρώτες ανασκαφές στην Κνωσό


Ο Μίνως Καλοκαιρινός και οι πρώτες ανασκαφές στην Κνωσό

"Κατά τας ώρας της σχολής μου εμελέτων τους αρχαίους Έλληνας συγγραφείς και ιδίως τους εν τη βιβλιοθήκη του σοφού Κοραή υπαρχόντων...διακαιόμενος υπό του πόθου να αντλήσω τα προς διαφώτισιν της αρχαίας ιστορίας της Κρήτης, δι' αν ανασκαφήν (εποιησάμην) της ιδίας της καθ' Όμηρον μεγάλης πόλεως Κνωσού, βασιλείου του Μίνωος..."

Μίνως Καλοκαιρινός 

Πεπραγμένα του Z' Διεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου (Pέθυμνο 1991). Απόσπασμα από την εισηγησή της Κ. Κόπακα. 

Η Κατερίνα Κόπακα είναι καθηγήτρια Προϊστορικής Αρχαιολογίας στο Τµήµα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστηµίου Κρήτης. 'Εχει γεννηθεί στο Ηράκλειο.     

Ι . Ο Καλοκαιρινός και η Κνωσός 

Ο Καλοκαιρινός δεν αντιμετώπισε την Κνωσό μόνον ως ένας καντιώτης "gentleman" ή κάποιος "native antiquarian", όπως συχνά αναφέρεται στη βιβλιογραφία. Στην Κνωσό ο Καλοκαιρινός μοιάζει να κινείται με την οικειότητα, τη γνώση και την αγάπη που του παρέχουν η εντοπιότητα και η εκεί αναγνώρισή του ως προεστού. 

Πραγματικά, ένα μεγάλο μέρος της μητρικής του περιουσίας εκτεινόταν από το Σκαλάνι ώς την Κνωσό. Ενας ελαιώνας του, μάλιστα, εκτάσεως δώδεκα περίπου μουζουριών, βρισκόταν στη θέση "Ελληνικά", στην περιφέρεια του χωριού Μακρύ Τείχος, της σημερινής Κνωσού. 

Έχοντας καλή γνώση των γύρω αρχαιοτήτων, ο Καλοκαιρινός επιλέγει συνειδητά την Κεφάλα, επειδή πιστεύει ότι τα εκεί μνημεία είναι "διαφορετικά". Η επισύναψη συμβολαίου με τον οθωμανό ιδιοκτήτη του λόφου δηλώνει τη φιλοδοξία να δώσει στη διερεύνησή του τον χαρακτήρα της επίσημης ανασκαφής και να τη διαχωρίσει, ακριβώς, από όποια συλλεκτική παρόρμηση.    











2. Η Κεφάλα του Τσελεβή πριν και μετά τον Καλοκαιρινό.   

Στον Μίνωα Καλοκαιρινό οφείλομε, νομίζω, τρία πράγματα, όλα σημαντικά για την ιστορία της αρχαιολογίας στην Κρήτη: 

α. Την επιλογή του λόφου της Κεφάλας. 
β. Την ταύτιση των εκεί αρχαιοτήτων με το "ανάκτορο του Μίνωος". 
γ. Την, σε διεθνή κλίμακα, ανάδειξη των προϊστορικών αρχαιοτήτων της Κνωσού. Γιατί, πριν από τον Καλοκαιρινό, τα λίγα ορατά μνημεία της Κεφάλας δεν ενδιέφεραν τους ντόπιους, παρά μόνο, πιθανόν, ως δομικό υλικό. Δεν είχαν εξάλλου συγκινήσει την "αγορά αρχαιοτήτων", η οποία ήταν, ώς τότε, σαφώς προσανατολισμένη προς τα ελληνορωμαϊκά κνωσιακά μνημεία. 

Αντίθετα, λίγους μόλις μήνες μετά τη λήξη των εργασιών του Καλοκαιρινού, αρχίζει να εκδηλώνεται ένα πρωτοφανές ενδιαφέρον για την Κεφάλα που θα κλιμακωθεί, τις δύο τελευταίες δεκαετίες του αιώνα, στην έκρηξη που σωστά χαρακτηρίστηκε "La bataille de Cnossos". H Κνωσός του Καλοκαιρινού συμπεριλαμβάνεται, πλέον, στη διεθνή βιβλιογραφία. Γνωστοί πνευματικοί άνδρες της εποχής, όπως οι Η. Schliemann, A. Evans, F. Halbherr, I. Χατζιδάκις, και, μαζί τους, διπλωμάτες, πολιτικοί και ξένες αρχαιολογικές σχολές θα εμπλακούν, για πολλά χρόνια, σε ένα σύνθετο παιχνίδι διεκδικήσεων και συμφερόντων που επικεντρώνεται στο μέλλον της ανασκαφής. 

Πρόκειται για τη θυελλώδη αναγνώριση της προϊστορικής Κνωσού, αναγνώριση, για την οποία ο Καλοκαιρινός είχε καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια, επί δύο περίπου δεκαετίες.   
3. Η χρονολογία της ανασκαφής.   

Είναι πιθανόν ότι, από το 1877 ώς το 1879, ο Καλοκαιρινός επανήλθε περισσότερες φορές στην ευρύτερη περιοχή της Κεφάλας. Το κύριο, όμως, μέρος της διερεύνησης του ανακτόρου φαίνεται ότι ξεκίνησε το 1878 και σταμάτησε το 1879. 

Τέσσερις σχεδόν δεκαετίες πριν, το 1841, ο Κ. Πιττάκης είχε αποπειραθεί να ανασκάψει ένα από τους θολωτούς τάφους των Μυκηνών και καθάρισε την Πύλη των Λεόντων, στην ομώνυμη ακρόπολη. Είχαν, επίσης, προηγηθεί διερευνήσεις προϊστορικών θέσεων -στη Θήρα, από τον Fouqué (I860)· στην Ιαλυσό της Ρόδου, από τον πρόξενο της Μεγάλης Βρετανίας A. Biliotti (1868-1871)· και στα Σπάτα, από τον Π. Σταματάκη (1877). Την ίδια, τέλος, δεκαετία του 1870, ο Η. Schliemann αποκάλυπτε την Τροία (1870, 1871-1873), τις Μυκήνες (1874,1876) και την Τίρυνθα (1876, 1884). 

Τίποτε, νομίζω, άλλο δεν ήταν γνωστό από την Εποχή του Χαλκού, στον ευρύτερο Αιγαιακό χώρο. Με την έννοια αυτή, το εγχείρημα του Καλοκαιρινού μπορεί να χαρακτηριστεί πρωτοποριακό και φαίνεται να κινείται στο ίδιο μήκος κύματος με τις πνευματικές αναζητήσεις των σύγχρονών του Ευρωπαίων, στον χώρο της Αρχαιολογίας.   











4. Η Ανασκαφή.   

Σύμφωνα με τον Καλοκαιρινό, η διερεύνηση του ανακτόρου πραγματοποιήθηκε με δυναμικό 20 εργατών, διήρκεσε τρεις εβδομάδες και κόστισε στον ανασκαφέα 750 φράγκα. Τις εργασίες διέκοψε, με απόφαση της Κρητικής Βουλής, ο ίδιος ο Γενικός Διοικητής Κρήτης, Ιωάννης Φωτιάδης πασάς.  

Στο επιτόπιο έργο, ο Καλοκαιρινός παραμένει ερασιτέχνης. Το γεγονός αυτό, αν αντιμετωπιστεί αποκομμένο από την εποχή που το πλαισιώνει, θα μπορούσε να δικαιολογήσει όποια όψιμη δυσπιστία και κριτική ως προς την επιστημονικότητα του εγχειρήματος. Ωστόσο οι κανόνες της ανασκαφικής μεθόδου είναι, ακόμη, τον 19ο αιώνα, αδύναμοι: λίγοι ερευνητές έχουν καταλάβει τη σπουδαιότητα της στρωματογραφίας και της αρχαιολογικής συνάφειας... Και ο Καλοκαιρινός οδηγήθηκε, λοιπόν, από γραμμές τοίχων και από περιγράμματα αντικειμένων. 

Παρέβλεψε εξάλλου ή δεν αναγνώρισε μικρά αλλά πολύ σημαντικά ευρήματα, όπως τα σφραγίσματα και οι ενεπίγραφες πινακίδες: η χαμένη πινακίδα γραμμικής B Ga 34, που αποτελεί βέβαιο εύρημα της ανασκαφής Καλοκαιρινού. Πρόκειται για την πρώτη ενεπίγραφη πινακίδα που παρουσιάστηκε στον A. Evans, ήδη το 1894. Δε βρισκόταν, όμως, τότε, στη συλλογή Καλοκαιρινού αλλά στην κατοχή του ηρακλειώτη γιατρού και φαρμακοποιού Α. Τσακιράκη, ο οποίος, προφανώς, την είχε περισυλλέξει από τα μπάζα της ανασκαφής του ανακτόρου. Τέλος, ο Καλοκαιρινός δεν κατέγραψε έγκαιρα, δε σχεδίασε με ακρίβεια και δε φωτογράφισε τις ανακαλύψεις του.
Παρόλα αυτά, αν συνδυασθούν: 

α. το εξαιρετικά σχηματικό σκαρίφημα-κάτοψη της ανασκαφής, όπως παρέχεται στη γαλλική έκθεση, 
β. οι γραπτές πληροφορίες του Καλοκαιρινού (οι  διαστάσεις, τα ευρήματα, οι προτεινόμενες ερμηνείες για κάθε χώρο), 
γ. τέλος, οι αναφορές των Evans και Mackenzie στις ανασκαφικές ενδείξεις για την προηγούμενη δραστηριότητα του Καλοκαιρινού, είναι, νομίζω, δυνατόν να ταυτιστούν, με διαφορετικό βαθμό βεβαιότητας, οι τομείς που διερευνήθηκαν. 

Προς το παρόν, μπορεί να υποστηριχθεί ότι ο Καλοκαιρινός αποκάλυψε ή καθάρισε: 

1. Ικανό τμήμα της Δυτικής Πτέρυγας του ανακτόρου, ως τη βορειανατολική απόληξή της, το συγκρότημα της Αίθουσας του Θρόνου. 
2. Μεγάλο τμήμα της Νότιας πτέρυγας και συγκεκριμένα: 
- Τον ότιο Διάδρομο. 
- Τη ΝΔ γωνία του ανακτόρου. 
- Τμήμα τουλάχιστον των υπόγειων χώρων του οτίου Ανδήρου (SouthTerrace Basements), φτάνοντας, έτσι, πολύ κοντά στα ότια Προπύλαια. 
3. Μεμονωμένα κτίσματα στην ευρύτερη περιοχή του ανακτόρου.  

 5. Τα κινητά ευρήματα.   

Ο Καλοκαιρινός αναφέρεται, συχνά, στον συνολικό αριθμό των 365 περίπου αντικειμένων, τα οποία, όπως ισχυρίζεται, προήλθαν από την ανασκαφή του ανακτόρου: πρόκειται για ελάχιστα μεταλλικά, λίγα λίθινα και πολλά πήλινα τέχνεργα. Στα τελευταία συγκαταλέγονται τα πιθάρια από τη Δυτική Πτέρυγα, τα διασημότερα από τα ευρήματα της διερεύνησής του. 

Όλα τα αντικείμενα μεταφέρθηκαν στο μέγαρο των Καλοκαιρινών, στο Ηράκλειο, και αποτέλεσαν το κύριο σώμα της προσωπικής του συλλογής. Το μεγαλύτερο μέρος της συλλογής αυτής καταστράφηκε και πυρπολήθηκε κατά τη διάρκεια των βιαιοτήτων της 25ης Αυγούστου του 1898. Περισώθηκαν μόνο τα λίγα αντικείμενα που είχαν δωριστεί από τον Καλοκαιρινό σε Μουσεία της Κρήτης, της Ελλάδας και της Ευρώπης. 

Η αναλυτική παρουσίαση των αντικειμένων της συλλογής Καλοκαιρινού δεν είναι του παρόντος. Να αναφέρω, μόνο, ότι: 

1. Είμαστε σε θέση, σήμερα, να παρακολουθήσομε, μέσα στον χώρο και τον χρόνο, αρκετά από τα αντικείμενα της ανασκαφής όσο και της συλλογής Καλοκαιρινού. 
2. Οι γνώσεις μας για τα ευρήματα από την Κεφάλα συνεχίζουν και, πιστεύω, θα συνεχίσουν να εμπλουτίζονται. Ένα μικρό παράδειγμα: μερικά σχέδια οστράκων από την ανασκαφή όπως τα εκπόνησε, το 1894, ο John L. Myres. Τα σχέδια αυτά φυλάσσονται στα αρχεία του Ashmolean Museum. 
3. Μερικά, τέλος, από τα ευρήματα αυτά μοιάζουν απροσδόκητα, όπως, για παράδειγμα, το πολύ καλής τέχνης ανάγλυφο της Δήμητρας (Μουσείο Ηρακλείου, Αρ. Κατ.15). Εάν πράγματι προέρχεται από την Κεφάλα, όπως υποστηρίζει ο Καλοκαιρινός, το συγκεκριμένο ανάγλυφο επαναθέτει το ζήτημα της ύπαρξης, της έκτασης και της φύσης των ρωμαϊκών αρχαιοτήτων στον λόφο.   








Eπίλογος   

"Θα επιθυμούσα", έγραφε, από την Αθήνα, στις 9 Δεκεμβρίου του 1888, ο Η. Schliemann, "να τελειώσω το έργο της ζωής μου με ένα μεγάλο εγχείρημα ... την ανασκαφή του προϊστορικού ανακτόρου των βασιλέων της Κνωσού, στην Κρήτη"

Η Κνωσός, όμως, επρόκειτο να αποτελέσει το έργο ζωής δύο ανθρώπων, του οραματιστή Μ. Καλοκαιρινού και του χαρισματικού A. Evans. 

Αν ο Καλοκαιρινός δεν είχε επιχειρήσει την ανασκαφή στην Κεφάλα; Η κρητική αρχαιολογία θα είχε, φυσικά, ακολουθήσει τη ρότα της. Εκείνη που χάραξαν με την ευφυΐα, την καλλιέργεια και τον δυναμισμό τους οι ισχυρές προσωπικότητες που την καθόρισαν. 

Πολύ πιθανόν, όμως, η Κεφάλα δε θα είχε κινήσει -ή δε θα είχε κινήσει πρώτη- το ενδιαφέρον των μελετητών. Και, στην περίπτωση αυτή, οι ισορροπίες στην αρχαιολογική έρευνα του νησιού μπορεί να ήταν σήμερα διαφορετικές. 

Αντίθετα, με την ανεξαρτησία της Κρήτης, η μινωική Κνωσός σηματοδότησε μια μακριά περίοδο λάμψης για την κρητική αρχαιολογία. Το μεγαλύτερο μέρος του 20ού αιώνα, η "σκαφή" του Καλοκαιρινού ξεχάστηκε. Τα γραπτά του επανανακαλύπτονται στις μέρες μας, όταν το έργο του έχει, ήδη, αρχίσει να ανασύρεται από τη λήθη και να μνημονεύεται στις επιστημονικές εργασίες τις συναφείς με το Βασίλειον Ανάκτορον ή Μέγαρον του Μίνωος του Α' ". 


Πηγή: Κ. Κόπακα, LiFO





0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου