Πυξίδες με ψιμύθια Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, Συλλογή Αγγείων, αρ. ευρ. Α 13676α-β, Α 11332 Α 13676α-β Προέλευση: Αθήνα, Σε θεμέλια σπιτι...
Πυξίδες με ψιμύθια
Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, Συλλογή Αγγείων, αρ. ευρ. Α 13676α-β, Α 11332
Α 13676α-β
Προέλευση: Αθήνα, Σε θεμέλια σπιτιού απέναντι από το Πολυτεχνείο.
Διαστάσεις: Ύψος 11,7 εκ. (13676α), 3,2 εκ.
Χρονολόγηση: 410-400 π.Χ.
Χώρος έκθεσης: Αίθουσα 55, Προθήκη 115
Α 11332
Προέλευση: Τανάγρα (εκτίθενται σε πήλινη ερυθρόμορφη πυξίδα με κιβωτίδιο στο πώμα. Πιθανώς από τη Ρόδο. Γύρω στο 430 π.Χ. αρ. Ευρ. Α 14797)
Χρονολόγηση: τέλη 5ου-τέλη 4ου αι. π.Χ.
Χώρος έκθεσης: Αίθουσα 62, Προθήκη 25
Σύμφωνα με τη μαρτυρία των πηγών, το υλικό που χρησιμοποιούσαν οι γυναίκες στην αρχαιότητα, προκειμένου να επιτευχθεί η εικόνα του ιδανικού λευκού δέρματος, ήταν το ψιμύθιο, ο ανθρακικός μόλυβδος. Πιθανόν, πρόκειται για το πρώτο τεχνητό παρασκεύασμα στον ελλαδικό χώρο, που σχετίζεται με τη φροντίδα του σώματος. Από τον 5ο μέχρι τον 3ο αι. π.Χ., η αρχαία γραμματεία αποκαλύπτει ότι η χρήση τέτοιων ουσιών από τις γυναίκες συχνά αντιμετωπιζόταν με καχυποψία και κριτική, καθώς θεωρούνταν μέσο εξαπάτησης. Αντίθετα, η φυσική λευκότητα του δέρματος εξαίρεται ως αισθητικό και κοινωνικό ιδεώδες.
Η πρώτη μνεία στο ψιμύθιο και στις ιδιότητές του συναντάται σε χωρίο του Ξενοφάνη (6ος–5ος αι. π.Χ.)[1], όπου τονίζεται η ταύτιση του υλικού με τη λευκότητα. Η σύνδεση αυτή επανεμφανίζεται και αργότερα, σε κείμενο του Αριστοτέλη, ο οποίος συγκρίνει τη λευκότητα του ψιμυθίου με εκείνη του χιονιού.
Τα ψιμύθια που αναλύθηκαν στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο αποτελούνται από δύο ομάδες. Δισκία ολόκληρα ή θραυσμένα φυλάσσονται σε δύο πυξίδες, οι οποίες χρονολογούνται το 410-400 π.Χ. Τη δεύτερη ομάδα αποτελούν τα 36 ψιμύθια, που βρέθηκαν σε ταφές της Τανάγρας Βοιωτίας και πιθανόν να χρονολογούνται από τα τέλη του 5ου μέχρι τα τέλη του 4ου αι. π.Χ, βάσει των ανεσκαμμένων τάφων της περιοχής.
Για τη διερεύνηση της σύνθεσής τους πραγματοποιήθηκαν αρχικά μη καταστρεπτικές pXRF[2] αναλύσεις στο σύνολο των δισκίων, ενώ στη συνέχεια XRD[3] αναλύσεις σε τρία πολύ αποσπασματικά δείγματα επιβεβαίωσαν την κυρίαρχη παρουσία ανθρακικού μολύβδου (κερουσσίτη) (PbCO3).
Ο τρόπος παρασκευής του ψιμυθίου περιγράφεται από τον Θεόφραστο, Έλληνα φιλόσοφο, διάδοχο του Αριστοτέλη στην Περιπατητική Σχολή τον 4ο αι. π.Χ., στο έργο του Περί Λίθων:
Μόλυβδος περίπου στο μέγεθος πλίνθου,
τοποθετείται στο πιθάρι, πάνω από όξο.
Όταν αποκτήσει πάχος, αυτό συμβαίνει περίπου
σε δέκα ημέρες, τότε ανοίγουν (το πιθάρι)
και αποξέουν τον ευρώτα (μούχλα)
που έχει δημιουργηθεί. Και πάλι το τοποθετούν
και επαναλαμβάνεται η διαδικασία
μέχρι να εξαντληθεί όλο.
Αυτό που έχει αποξεστεί το τρίβουν
σε τριπτήρα και το φιλτράρουν συνεχώς,
ενώ αυτό που έχει απομείνει (στον πάτο του πιθαριού) είναι το ψιμύθιο.
(μτφρ. από τη συγγραφέα)
Πρόκειται για πηγή σύγχρονη με τα δείγματα του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, που παραδίδει ότι το ψιμύθιο είναι ένα σκευαστό προϊόν, δημιούργημα δηλαδή ενός εργαστηρίου, με πλήρως ελεγχόμενη και επαναλαμβανόμενη διαδικασία παραγωγής. H παρασκευή του βασίζεται στην αντίδραση μολύβδου και όξους σε κλειστό πίθο. Οι μικροοργανισμοί του όξους παράγουν διοξείδιο του άνθρακα, το οποίο δημιουργεί στην επιφάνεια του μετάλλου κρυσταλλικές φάσεις ανθρακικού μολύβδου. Μετά από έναν κύκλο δέκα ημερών, το υλικό πλένεται και απομονώνεται ο κερουσσίτης.
Μία τόσο σύνθετη διαδικασία, με συνεχείς χημικές μεταβολές μέσα στον πίθο, που ρυθμίζονταν από τις μικροβιακές κοινότητες και την αέρια σύσταση, απαιτούσε από τον αρχαίο τεχνίτη, ακριβή έλεγχο των συνθηκών. Ακόμη και μια μικρή παρέμβαση, όπως το άνοιγμα του πώματος, μπορούσε να διαταράξει την ισορροπία και να αλλοιώσει το τελικό προϊόν. Ο συνδυασμός αυτού του ελέγχου με την τυποποίηση στη μορφή και το βάρος των ψιμυθίων του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου υποδηλώνει οργανωμένη βιοτεχνική παραγωγή από εξειδικευμένους τεχνίτες, με βαθιά εμπειρική κατανόηση της αλληλεπίδρασης βιοτικών και αβιοτικών παραγόντων. Με σύγχρονους όρους, πρόκειται για μια πρώιμη μορφή βιοτεχνολογικής γνώσης.
[1] όπως όταν λέμε ότι το ψιμύθιο είναι πάντα
λευκό, δεν εννοούμε τίποτα άλλο εκτός από το
ότι η λευκότητά του βρίσκεται
σε όλη του την επιφάνεια
(Αριστ., Περί Ξενοφάνους, περί Ζήνωνος και περί Γοργίου, Fr. 28, 978 α, 10)
[2] Φορητή Φασματομετρία Φθορισμού Ακτίνων-Χ και στα αγγλικά Portable X-Ray Fluorescence
[3] Φασματοσκοπία δομής και Structural/ Phase analysis
Δρ Έφη Οικονόμου
Ενδεικτική Βιβλιογραφία:
Photos-Jones, E., Bots, P., Oikonomou, E., Hamilton, A. and Knapp, C.W. 2020. ‘‘On metal and ‘spoiled’ wine: analysing psimythion (synthetic cerussite) pellets (5th–3rd centuries BCE) and hypothesising gas-metal reactions over a fermenting liquid within a Greek pot’, Archaeological and Anthropological Sciences 12, 243.
Οικονόμου, Ε., Κατασκευάζοντας τη λευκότητα: τα ψιμύθια του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, στο τό Μουσεῖον 8, 2014-2022, Αθήνα 2025, 129-141.
Οikonomou, E., Power and Powder: Material and Literal Traces of Psimythion, 5th-2nd Centuries BCE, in Deep White (working title), I., Halland, T., Haugland Sørensen, H. E. Birkeli (eds.), Brill (forthcoming).
![[headerImage] Στο εργαστήρι της λευκότητας](https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEgYOyHlJO99MLxLlYwJRQGoq0dv3LZOx-4iSMDDpe9NK43l9JGI1xhU-T4NBSEtDk6Y1CkWlEBOg9MrcKAief6MVH_I9mPXvq-GjW9qYvQDK_mfRFYqAc-0Sft9zDU1HkzbFxCtJm6iJu3-Ytl3QVwpLjj7nfhX_Q-c_71zIvRrPSdX1GuTeh-shNjY0t8/s1600/Pyxides_Psimithia.jpg)

Δεν υπάρχουν σχόλια