O Κάσσανδρος έβαλε εκεί την ανατολική οχύρωση της Θεσσαλονίκης, της πόλης που πήρε το όνομα της γυναίκας του, ετεροθαλούς αδερφής του Μεγάλο...
O Κάσσανδρος έβαλε εκεί την ανατολική οχύρωση της Θεσσαλονίκης, της πόλης που πήρε το όνομα της γυναίκας του, ετεροθαλούς αδερφής του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Κι ύστερα, στους ελληνιστικούς χρόνους έγινε η αφετηρία για το λιμάνι της πόλης. Κι ήρθε μετά ο Γαλέριος, αυτός ο ταπεινής καταγωγής βοσκός, γιος της Ρωμούλας από τις παραδουνάβιες περιοχές που τύχη αγαθή τον έκανε σύζυγο της Βαλέριας και γαμπρό του αυτοκράτορα Διοκλητιανού και έναν από τους quator principes in mundi (τέσσερις άρχοντες του κόσμου=τετράρχες) κι ως Καίσαρας και Αύγουστος ήρθε στη Θεσσαλονίκη τον 4ο αιώνα για να συντονίσει τους πολέμους κατά των βορείων γειτόνων και αγάπησε την πόλη και την έκανε πρώτη σε όλη τη νοτιοανατολική επαρχία των Ρωμαίων. Κι είδε σε αυτό που σήμερα ονομάζουμε κέντρο της Θεσσαλονίκης χώρους ανοιχτούς και ένα πλάτωμα στο οποίο έστησε το ανακτορικό του συγκρότημα.
Γιατί τι άλλο θα ήταν αυτό το πλάτωμα που έβλεπε στο λιμάνι και αγκάλιαζε την καρδιά της πόλης από ένας αυτοκρατορικός χώρος; Στην ιστορία χρειάζεται ένα εμπνευσμένος ηγέτης για να γράψει μια λαμπρή σελίδα κι ο Γαλέριος ήταν αυτός που «φόρτωσε» στη Θεσσαλονίκη τη θριαμβική αψίδα-τη γνωστή μας Καμάρα, τη Ροτόντα, το ανάκτορο, τον ιππόδρομο. Κι όλα αυτά γύρω από εκείνο το πλάτωμα, τη σημερινή πλατεία Ναυαρίνου, που όλοι την περπατάμε, όλοι κάνουμε στάση για έναν καφέ, ένα ποτό, μια κρέπα στο χέρι, αλλά δεν γνωρίζουμε πως η ιστορία της χάνεται στα βάθη των αιώνων. 17 αιώνων για την ακρίβεια.
Η Ναυαρίνου είναι ταυτόχρονα αρχαιολογικός χώρος, τόπος συνάντησης, κομμάτι της καθημερινότητας χιλιάδων ανθρώπων και ένα ζωντανό μνημείο της ιστορίας της Θεσσαλονίκης. Αν κάποιος σταθεί σήμερα ανάμεσα στα καφέ, στα παγκάκια και στα αρχιτεκτονικά μέλη που διακρίνονται γύρω από τις πολυκατοικίες, μπορεί να διαβάσει σχεδόν δύο χιλιάδες χρόνια ιστορίας συγκεντρωμένα σε λίγα μόνο τετραγωνικά μέτρα.
Οι άνθρωποι ήταν πάντα εκεί…
Μέχρι το τέλος του περασμένου αιώνα υπήρχε η θεωρία πως ο χώρος της πλατείας Ναυαρίνου ήταν στην αρχαιότητα -και μέχρι τους ρωμαϊκούς χρόνους- ακατοίκητος-terrain imbati. Γύρω υπήρχαν σκόρπιοι τάφοι και τίποτε άλλο. Νεότερες ανασκαφές ωστόσο έφεραν στο φως αρχιτεκτονικά κατάλοιπα ενός κτηρίου, καθώς και εργαστηριακό συγκρότημα της Ύστερης Ελληνιστικής Εποχής, ενώ σε άμεση γειτνίαση υπάρχουν ευρήματα εμπορικού χαρακτήρα.
Η περιοχή γύρω από τον ανοιχτό χώρο της σημερινής πλατείας Ναυαρίνου ήταν πάντα ζωντανή, κόσμος κυκλοφορούσε και οι οικίες ήταν διακοσμημένες με εντυπωσιακά ψηφιδωτά. Η Pax Romana (Ρωμαϊκή Ειρήνη) τον 1ο και 2ο αιώνα περιόρισε τις επεκτατικές διαθέσεις των Ρωμαίων και στη Θεσσαλονίκη οι συγκρούσεις ήταν σποραδικές με γοτθικά φύλα που κατέβηκαν από τον βορρά.
Η λάμψη και το ανάκτορο του Γαλέριου
Στο τέλος του 3ου μ.Χ. αιώνα όταν ο Γαλέριος επέλεξε τη Θεσσαλονίκη για έδρα του και διακατεχόμενος από «διηνεκές επιθυμία οικοδομείν» ένας άνεμος αλλαγής έρχεται και καλύπτει την πόλη του Κάσσανδρου. Η επιλογή αυτή δεν ήταν τυχαία. Η Θεσσαλονίκη αποτελούσε ήδη ένα από τα σημαντικότερα εμπορικά και στρατηγικά κέντρα των Βαλκανίων, χάρη στη θέση της πάνω στην Εγνατία Οδό και στο λιμάνι της. Ο Καίσαρας συλλαμβάνει ένα φιλόδοξο σχέδιο ανοικοδόμησης με επίκεντρο την περιοχή της πλατείας Ναυαρίνου και εκείνης της Καμάρας.
Εκεί δημιουργήθηκε το κέντρο ενός τεράστιου ανακτορικού συγκροτήματος έκτασης περίπου 150 στρεμμάτων. Το συγκρότημα εκτεινόταν από τη θάλασσα έως τη Ροτόντα και περιλάμβανε ανάκτορα, αίθουσες τελετών, αυλές, λουτρά και βοηθητικά κτήρια, τα οποία συνδέονταν με τη θριαμβική αψίδα του Γαλερίου, τη σημερινή Καμάρα. Η είσοδός του βρισκόταν στα νότια του συγκροτήματος και οδηγούσε στο αυτοκρατορικό λιμάνι μέσω μνημειακής κλίμακας.
Τα σωζόμενα κατάλοιπα αποκαλύπτουν το μεγαλείο εκείνης της εποχής. Πολυτελή ψηφιδωτά δάπεδα, στοές, εσωτερικές αυλές και εντυπωσιακοί χώροι υποδοχής μαρτυρούν ότι η Θεσσαλονίκη λειτουργούσε τότε ως μία πραγματική αυτοκρατορική πρωτεύουσα. Το ανάκτορο ήταν ένα από τα σημαντικότερα οικοδομήματα της Ύστερης Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας στον ελλαδικό χώρο και θεωρείται μοναδικό δείγμα αυτού του τύπου μνημείου στην Ελλάδα.
Εκεί κοντά οικοδομείται και ο ιππόδρομος μήκους 450 μέτρων και πλάτους 95 μέτρων με χωρητικότητα δεκάδων χιλιάδων θεατών, γεγονός που μαρτυρά τη σημασία του στην κοινωνική ζωή της πόλης. Εκτός από τους αγώνες που διεξάγονταν σε αυτόν, ο ιππόδρομος αποτελούσε έναν, κατ’ εξοχήν, πολιτικό χώρο όπου ο λαός επικοινωνούσε με τον αυτοκράτορα και εξέφραζε τη βούλησή του.
Ο συνδυασμός ιππόδρομου και ανακτόρου εντάσσεται στα αρχιτεκτονικά και πολεοδομικά ρεύματα της εποχής αυτής (3ος-4ος αι.) με αντίστοιχα παραδείγματα στην Αντιόχεια επί του Ορόντη, στο Μιλάνο, στην Ακυληία-στον μυχό της Αδριατικής θάλασσας, στο Σίρμιο-στη βόρεια Σερβία και αργότερα στην Κωνσταντινούπολη. Σημαντικό οικοδόμημα ήταν επίσης και το πρωιμότερο θέατρο-στάδιο της πόλης, αλλά και το Οκτάγωνο, το οποίο σύµφωνα µε την επικρατέστερη ιστορική έρευνα προοριζόταν για αίθουσα ακροάσεων ή αίθουσα θρόνου των ανακτόρων, ενώ αργότερα λειτούργησε και ως χριστιανικός ναός.
Ωστόσο, όπως συνέβη με πολλά μνημεία της ύστερης αρχαιότητας, το συγκρότημα δεν διατήρησε για πάντα την αρχική του λάμψη. Σεισμοί, επιδρομές, οικονομική ανέχεια και οι γενικότερες μεταβολές της ιστορίας οδήγησαν σταδιακά στην παρακμή και εγκατάλειψή του. Ήδη από τον 5ο αιώνα μεγάλο μέρος του ανακτορικού συγκροτήματος και του ιππόδρομου είχε καταστραφεί, ενώ τα οικοδομικά του υλικά χρησιμοποιήθηκαν κατά καιρούς σε άλλες κατασκευές της πόλης.
Το Βυζάντιο αναδεικνύει τον χριστιανικό χαρακτήρα της περιοχής…
Κατά τη βυζαντινή περίοδο η περιοχή εξακολούθησε να αποτελεί τμήμα του αστικού ιστού της Θεσσαλονίκης. Αν και τα περισσότερα από τα μνημεία της εποχής εκείνης χάθηκαν με το πέρασμα των αιώνων, η γειτονιά διατήρησε τη σημασία της ως κομβικό σημείο της πόλης. Το Οκτάγωνο μετατράπηκε σε βυζαντινή εκκλησία, πιθανόν αφιερωμένη στη Θεοτόκο Οδηγήτρια.
Ο ιππόδρομος συνδέθηκε με σημαντικά ιστορικά γεγονότα, όπως το αιματοκύλισμα του 390 μ.Χ., όταν, μετά από μια εξέγερση των κατοίκων της Θεσσαλονίκης, η οποία οδήγησε στη δολοφονία του Γότθου στρατηγού Βουθέριχου και άλλων αξιωματούχων, ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος διέταξε τη σφαγή χιλιάδων πολιτών -σύμφωνα με κάποιες πηγές ο αριθμός των θυμάτων πλησιάζει τις 7.000- μέσα στον ιππόδρομο, ένα γεγονός που καταγράφηκε ως μία από τις πιο αιματηρές πράξεις της ιστορίας της πόλης. Αργότερα ο Θεοδόσιος αναγκάστηκε να ζητήσει δημόσια συγγνώμη ενώπιον του επισκόπου Αμβροσίου, ενώ ο ιππόδρομος δεν χρησιμοποιήθηκε ποτέ ξανά.
Τον 5ο και τον 6ο αιώνα ισχυροί σεισμοί συνταράζουν συθέμελα τη Θεσσαλονίκη και καταστρέφουν πολλά κτήρια του ανακτορικού συγκροτήματος. Μάλιστα με οικοδομικά υλικά από τα κατεστραμμένα κτήρια έγιναν επιδιορθώσεις σε άλλα δημόσια κτίσματα, όπως για παράδειγμα τον 7ο αιώνα οι μαρμάρινες κερκίδες του ιππόδρομου χρησιμοποιήθηκαν για την ενίσχυση των δυτικών τειχών της πόλης, κοντά στη Χρυσή Πύλη.
Η συνοικία Ακτσέ Μετζίτ το πλέον τουριστικό αξιοθέατρο της πόλης
Στα 1430 οι ορδές του Μουράτ Β΄ μπαίνουν με ορμή και η Θεσσαλονίκη τίθεται υπό οθωμανική κατοχή. Οι εισβολείς επιλέγουν -για λόγους ασφάλειας- τα υψηλά σημεία της οχυρωμένης πόλης κι εκεί αναμειγνύονται με τους Γκιαούρηδες. Η περιοχή της πλατείας Ναυαρίνου είναι η μοναδική που εποικούν στα χαμηλά και πλέον η συνοικία Ακτσέ Μετζίτ όπως ονομάζεται -Achtse Metzit ή Axametzit- κατοικείται καθαρά από μουσουλμάνους. Επιπλέον τον 16ο αιώνα είναι η πιο πολυάνθρωπη οθωμανική συνοικία της πόλης, πρωτείο που διατηρεί μέχρι τον 19ο αιώνα και ενδεικτικό αυτού είναι το γεγονός πως πλήρωνε 3 φορολογικές μονάδες ως φόρο.
Ακτσέ Μετζίτ σημαίνει «λευκό τέμενος» και η περιοχή πήρε την ονομασία της από το λαμπρότατο τζαμί το οποίο ανεγέρθηκε πάνω στα ερείπια του Οκτάγωνου με εντολή του ίδιου του Μουράτ Β΄. Η πλατεία Ναυαρίνου αναδεικνύεται σε σημαντικό κέντρο βιοτεχνικής παραγωγής, εμπορίου και πολιτισμού. Το μαρτυρούν η λειτουργία σχολείου, κατοικιών σπουδαστών, πολλών πεσμαλτζήδικων (υφασματάδικα), ο τεκές των πεσμαλτζήδων, αλλά και το Ατ Παζάρ (αλογοπάζαρο). Η σημερινή οδός Παλαιών Πατρών Γερμανού ονομάζεται Ακτσέ Μετζίτ και η οδός Ναυαρίνου Μπακάλ Γιολ, ενώ η συνοικία της ιπποδρομίου είναι η Προδρόμ.
Σε γκραβούρες του 18ου αιώνα αποτυπώνονται πολλά πλατάνια και ξένοι περιηγητές γράφουν για τα κατάλοιπα του ανακτορικού συγκροτήματος και του ιππόδρομου. Μάλιστα σύμφωνα με τον Γάλλο περιηγητή Cousinery ήδη από το 1742 στις στοές και τις καμάρες, που έχουν διασωθεί από την αρχαιότητα, στεγάζονται βαφεία και μικρά εμπορικά καταστήματα, όπως μπακάλικα και αρτοποιεία.
Στα επόμενα χρόνια και μέχρι την απελευθέρωση, η περιοχή της πλατείας Ναυαρίνου, όπως και άλλες στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, αποτέλεσε τόπο συνύπαρξης διαφορετικών κοινοτήτων. Χριστιανοί, Μουσουλμάνοι και Εβραίοι ζούσαν και εργάζονταν στην ίδια γειτονιά, δημιουργώντας το πολυπολιτισμικό μωσαϊκό που χαρακτήριζε την πόλη μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα. Η καθημερινότητα είχε πλέον σκεπάσει τα ίχνη του Γαλεριανού ανάκτορου, χωρίς όμως να τα εξαφανίσει ολοκληρωτικά.
![]() |
| [Credit: Παλιές φωτογραφίες της Θεσσαλονίκης] |
Η εικόνα άλλαξε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν η Θεσσαλονίκη γνώρισε έντονη ανοικοδόμηση. Κατά τις δεκαετίες του 1950 και του 1960, η αντιπαροχή και η ταχύτατη επέκταση της πόλης οδήγησαν στην κατεδάφιση πολλών παλαιών κτισμάτων και στην ανέγερση πολυκατοικιών. Σημαντικά τμήματα του Γαλεριανού συγκροτήματος καταστράφηκαν πριν αναγνωριστεί πλήρως η αρχαιολογική τους αξία.
![]() |
| [Credit: Παλιές φωτογραφίες της Θεσσαλονίκης] |
Παράλληλα όμως ξεκίνησαν και οι πρώτες σημαντικές ανασκαφικές έρευνες. Από το 1950 και στη συνέχεια κατά τις δεκαετίες του 1960 και του 1970, οι αρχαιολόγοι αποκάλυψαν σταδιακά τα κατάλοιπα του ανάκτορου κάτω από τα νεότερα στρώματα της πόλης. Οι ανασκαφές συνεχίστηκαν επί πολλά χρόνια και οδήγησαν στη διάσωση όσων τμημάτων είχαν απομείνει. Έτσι δημιουργήθηκε ο επισκέψιμος αρχαιολογικός χώρος που γνωρίζουμε σήμερα, ένας από τους πιο ιδιαίτερους της Ελλάδας, καθώς βρίσκεται κυριολεκτικά ενσωματωμένος στον σύγχρονο αστικό ιστό.
Η ναυμαχία του Ναυαρίνου… η πλατεία σήμερα
Το όνομα με το οποίο γνωρίζουμε σήμερα την πλατεία συνδέεται με ένα γεγονός που διαδραματίστηκε μακριά από τη Θεσσαλονίκη. Η ονομασία «Ναυαρίνου» δόθηκε προς τιμήν της ιστορικής Ναυμαχίας του Ναυαρίνου, στον ομώνυμο κόλπο της Πύλου τον Οκτώβριο του 1827. Η νίκη των συμμαχικών στόλων της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας απέναντι στον τουρκοαιγυπτιακό στόλο υπήρξε καθοριστική για την επιβίωση της Ελληνικής Επανάστασης και την πορεία προς την ανεξαρτησία του ελληνικού κράτους.
Η σημερινή Ναυαρίνου αποτελεί ίσως το καλύτερο παράδειγμα της άρρηκτης σχέσης της Θεσσαλονίκης με το παρελθόν της. Εδώ τα αρχαία ερείπια δεν βρίσκονται απομονωμένα πίσω από φράχτες και εισιτήρια, αλλά αποτελούν μέρος της καθημερινής ζωής. Φοιτητές κάθονται δίπλα στα τείχη, παρέες συναντιούνται μπροστά στα ψηφιδωτά, ενώ οι περαστικοί διασχίζουν τον χώρο χωρίς πάντα να συνειδητοποιούν ότι περπατούν μέσα στην καρδιά ενός αυτοκρατορικού συγκροτήματος ηλικίας δεκαεπτά αιώνων.
Η πεζοδρομημένη οδός Δημητρίου Γούναρη, που συνδέει την Καμάρα με την Τσιμισκή, έχει μετατρέψει την περιοχή σε ένα από τα πιο ζωντανά σημεία της πόλης. Καφέ, μπαρ, μικρά εστιατόρια και κρεπερί συνθέτουν το σκηνικό μιας γειτονιάς που δεν κοιμάται σχεδόν ποτέ. Για γενιές φοιτητών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου, η Ναυαρίνου υπήρξε σημείο αναφοράς, χώρος συνάντησης, συζητήσεων, διαδηλώσεων και πολιτιστικών ζυμώσεων.
Ίσως αυτό να είναι και το μεγαλύτερο χαρακτηριστικό της πλατείας: η ικανότητά της να ενώνει διαφορετικές εποχές. Στη Ναυαρίνου συνυπάρχουν η ρωμαϊκή αυτοκρατορική μεγαλοπρέπεια, η βυζαντινή κληρονομιά, η οθωμανική πολυπολιτισμικότητα και ο σύγχρονος νεανικός παλμός της Θεσσαλονίκης. Είναι ένας χώρος όπου η ιστορία δεν φυλάσσεται μόνο στα βιβλία ή στα μουσεία, αλλά παραμένει παρούσα στην καθημερινή εμπειρία της πόλης.
Για τον λόγο αυτόν, η πλατεία Ναυαρίνου δεν αποτελεί απλώς ένα ακόμη σημείο στον χάρτη της Θεσσαλονίκης. Είναι ένας τόπος μνήμης και ταυτότητας, ένα ανοιχτό παράθυρο στο παρελθόν που εξακολουθεί να ζει μέσα στο παρόν, θυμίζοντας πως η ιστορία της πόλης δεν βρίσκεται κάτω από τα πόδια των κατοίκων της. Βρίσκεται δίπλα τους, γύρω τους και αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητάς τους...
Πηγή: Μ. Ριτζαλέου, Voria
![[headerImage] Η πλατεία Ναυαρίνου: Το ανάκτορο του Γαλέριου, το λευκό τζαμί, οι φοιτητές στα τείχη](https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEh1HO228TaMj14SWly82no_0zP5RpVNphEb9pnFyVQyqzlImy3KPTuLOETnbvbYm5OlPg4_1sHqMKVG16jLmr1ZfFKDXpna8QWHZvELdpfZgLr5z5272nCcJoWV-4HJuGRulbz_o13lvjELB2M-5MZ4ljYmc5h6qaTV6brwv8XvTeDvltn0PLCwdvasV5I/s1600/Plateia_Navarinou.webp)















Δεν υπάρχουν σχόλια