Δευτέρα, 29 Μαΐου 2017

Η αγροτική οικονομία την περίοδο της ρωμαιοκρατίας

Η αγροτική οικονομία την περίοδο της ρωμαιοκρατίας

Η διοικητική ενότητα της επαρχίας της Αχαΐας, που περιλάμβανε την Πελοπόννησο κατά τη ρωμαιοκρατία, μπορεί να εμφανίζεται μικρή σε σύγκριση με την απέραντη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, αποτελεί ωστόσο ένα άκρως χαρακτηριστικό και πληρέστερα μελετημένο γεωγραφικό πλαίσιο, το οποίο συμβάλλει αποτελεσματικά στην κατανόηση της οικονομικής και της κοινωνικής ζωής κι οργάνωσης των πόλεων της αυτοκρατορίας. 

Δημογραφική πτώση και ενσωμάτωση των «Ξένων»

Σε πολλές περιοχές της Αχαΐας, στη διάρκεια των πρώτων γενεών μετά τη ρωμαϊκή κατάκτηση, παρατηρείται έντονη δημογραφική πτώση και αγροτική κρίση. Αυτά είχαν ως συνέπεια μαζικές μετακινήσεις πληθυσμών προς ορισμένα αστικά κέντρα και, ταυτόχρονα, τη δημιουργία αγροτικών συγκροτημάτων με στόχο την παραγωγική, εργαστηριακή και οικονομική γενικά αυτάρκεια, με πλεονάσματα προϊόντων για πώληση και κέρδη για την αποπληρωμή των φόρων. 

Στα χρόνια του αυτοκράτορα Aυγούστου μια πολυάνθρωπη ομάδα εφήβων, η οποία αναγράφεται στους εφηβικούς καταλόγους ως ομάδα «Ξένων και Pωμαίων» ήλθε να προστεθεί στις 5 φυλές της αρχαίας Mεσσήνης που μαστιζόταν από ολιγανθρωπία. Στη νέα αυτή ομάδα εφήβων περιλαμβάνονταν γόνοι οικογενειών Ελλήνων μεταναστών από πόλεις της ρωμαϊκής επαρχίας Πελοποννήσου - και κυρίως γιοι και εγγόνια εποίκων από την Καμπανία και άλλες περιοχές της Ιταλίας. Οι έφηβοι της ομάδας «Ξένων και Ρωμαίων» ενσωματώθηκαν πλήρως στις 5 μεσσηνιακές φυλές προς τα τέλη του 1ου αι. μ.X. και τις αρχές του 2ου, όταν η οικονομική άνοιξη ήταν ήδη αισθητή.

Η Επαρχιακή Αριστοκρατία

H συγκέντρωση σχετικά μεγάλων γαιοκτησιών και η παρουσία αγροτικών επαύλεων στην επαρχία της Αχαΐας δεν έφτασε ποτέ τα μεγέθη της δυτικής αυτοκρατορίας, ούτε και μετασχημάτισε τις γαίες της επαρχίας σε υπερμεγέθη κτήματα (latifundia). Ωστόσο, ορισμένες πανίσχυρες οικογένειες κατείχαν τεράστιες εκτάσεις στη μεσσηνιακή κοιλάδα του Παμίσου και σε άλλες ανάλογες εύφορες πεδιάδες της Πελοποννήσου· οικογένειες με μεγάλη περιουσία σε ρευστό και ταυτόχρονα γαιοκτησία σε πεδιάδες της ιταλικής χερσονήσου με επαύλεις γύρω από τις πόλεις, στην ύπαιθρο χώρα αλλά και σε παράκτιες περιοχές. Οι επαύλεις αυτές πρόσφεραν όλες τις ανέσεις του αστικού οίκου (ψηφιδωτά δάπεδα, τοιχογραφίες, λουτρά, περιστύλια και τρικλίνια), ενταγμένες σε ένα φυσικό περιβάλλον με ελιές, αμπέλια και ποικίλες άλλες καλλιέργειες και ζώα. 

Μέλη των οικογενειών αυτών είχαν διατελέσει και συγκλητικοί. Τα μέλη της εκρωμαϊσμένης συγκλητικής τάξης και αργότερα της ιππικής ή των βουλευτών συνέχισαν, τουλάχιστον ως τα χρόνια του Κόμοδου, να αποτελούν την ευπορότερη και κοινωνικά ανώτερη ομάδα, όπως και κατά την πρώιμη αυτοκρατορική εποχή. 

Παρά την κρίση, η γεωργία δεν φαίνεται να επηρεάστηκε - και οι Μεσσήνιοι των ανώτερων τάξεων κατάφεραν σταδιακά να αγοράσουν μικρά και μεσαία κτήματα και να αυξήσουν την ακίνητη περιουσία τους στη Μεσσηνία και την Ιταλία. Οι λειτουργίες (χορηγίες) των μελών των τοπικών ανώτερων στρωμάτων δεν είχαν γίνει ακόμη υποχρεωτικές και ενοχλητικές επιβαρύνσεις. 

Η αριστοκρατία της περιόδου χρησιμοποιούσε βέβαια το συσσωρευμένο της πλεόνασμα είτε για εσωτερική δική της κατανάλωση είτε για μη παραγωγικές επενδύσεις, όπως η κατασκευή φιλόδοξων οικοδομημάτων για αγώνες και φεστιβάλ, π.χ. Θέατρα και τα Στάδια. Η πρακτική αυτή έχει γενικά αρνητικές επιπτώσεις στην αγροτική οικονομία· από την άλλη μεριά εντούτοις, η ματαιόδοξη και επιδεικτική συμπεριφορά ορισμένων εύπορων οικογενειών έσωσε από βέβαιη καταστροφή και εξαφάνιση σημαντικά οικοδομήματα πόλεων της Πελοποννήσου, όπως της Μεσσήνης. 

Εκρωμαϊσμός και Αυτοπροβολή

Το κοινωνικό φαινόμενο της εμφάνισης πολυτελών επαύλεων στην Ελλάδα της ρωμαιοκρατίας αποτελεί εξέχον στοιχείο του εκρωμαϊσμού (εδώ θα πρέπει να αντιπαραβάλει κανείς το ανάλογο και εκτεταμένο φαινόμενο του εξελληνισμού). Αποτελεί εκδήλωση των κοινωνικοπολιτικών φιλοδοξιών της εγχώριας αριστοκρατίας και των εποίκων που επιχειρούν με δωρεές και ευεργεσίες να κάνουν αισθητή την παρουσία τους στις πόλεις, ακολουθώντας ελληνιστικές πρακτικές.

Ο αυξανόμενος κοινωνικός ανταγωνισμός, ιδιαίτερα στα χρόνια των αυτοκρατόρων Διοκλητιανού και Μεγάλου Κωνσταντίνου, οδήγησε οικογένειες αριστοκρατών να ακολουθήσουν διαφορετικούς δρόμους στην αυτοπροβολή τους μέσα από τις πολυτελείς επαύλεις. 

Τύποι αγγείων από αγροτικές εγκαταστάσεις και η ειδική χρήση τους βοηθούν στην κατανόηση του χαρακτήρα και της οργάνωσης των δραστηριοτήτων που ασκούνταν στις αγροτικές επαύλεις. Τα νομισματικά δεδομένα από τις αγροτικές επαύλεις, σε αντιπαραβολή με νομισματικά ευρήματα από αστικές περιοχές, οδηγούν στα εξής συμπεράσματα: 

1. Η κοινωνία της επαρχίας Αχαΐας ήταν ιδιαίτερα μονεταριστική στο τέλος της αρχαιότητας (4ος-5ος αιώνας μ.Χ.).

2. Χάλκινα είναι τα βασικά νομίσματα που κυκλοφορούν. Νομίσματα από πολύτιμα μέταλλα δεν απαντούν κατά κανόνα μετά τον 2ο αιώνα μ.Χ.

3. Στα μέσα του 3ου αιώνα μ.Χ., δηνάρια απαντώνται σποραδικά, η κατανομή τους σε αγροτικές περιοχές ερμηνεύεται ως προϊόν λείας από το βορρά της Βαλκανικής χερσονήσου που μεταφέρθηκε στο νότο μέσω της μετακίνησης των βαρβαρικών φύλων (κυρίως των Ερούλων).

4. Χρυσά νομίσματα και δηνάρια, στα ύστερα χρόνια, βρίσκονται κυρίως σε πολυτελείς αστικές επαύλεις και οικοδομήματα διοίκησης. Οι εγκαταστάσεις βιοτεχνικής και μικροβιομηχανικής δραστηριότητας στις αγροτικές επαύλεις εξακολουθούσαν να ασκούν μια μορφή ανταλλακτικής οικονομίας. Μεγάλες ποσότητες χρήματος, για λόγους ασφαλείας, βρίσκονταν φυλαγμένες σε προστατευμένους χώρους των αστικών οικιών.

Αναδιάρθρωση καλλιεργειών και Δημόσια έργα 

Η συγκέντρωση δύναμης και πλούτου σε ορισμένες προνομιούχους πόλεις της επαρχίας Αχαΐας οδήγησε στην αλλαγή στρατηγικής των καλλιεργειών, καθώς η αγροτική παραγωγή τροφοδοτούσε με προϊόντα και την περιφερειακή αγορά, όχι μόνο τη γειτονική πόλη. 

Αυτοκράτορες όπως οι Φλάβιοι (Βεσπεσιανός, Τίτος και Δομιτιανός), που τιμώνται με χάλκινους ανδριάντες στην αγορά της Μεσσήνης, χρηματοδότησαν έργα αποστράγγισης περιοχών με έλη για να επεκτείνουν τις καλλιεργήσιμες εκτάσεις, πρόσφεραν γαίες σε ακτήμονες και εισήγαγαν το σύστημα της «εμφύτευσης» (μίσθωση κτημάτων με την υποχρέωση της αναβάθμισής τους με νέες φυτείες και καλλιέργειες). 

Ανάπτυξη και διαχείριση της κτηνοτροφίας

Οι εύποροι γαιοκτήμονες της περιοχής ενδιαφέρονταν και για την ανάπτυξη της κτηνοτροφίας, με τη μορφή μεγάλων κοπαδιών από αιγοπρόβατα κι αγέλες αλόγων και βοοειδών, σε βάρος μάλιστα των μικροκαλλιεργητών, σύμφωνα με επιγραφικές μαρτυρίες από τη Λακωνία, την Αρκαδία και άλλες περιοχές όπως τα Μέθανα, η Μεγαλόπολη και η Μεσσήνη. Φαίνεται ότι τόσο η γεωργία όσο και η κτηνοτροφία είχαν αναπτυχθεί την περίοδο αυτή σε μεγάλη κλίμακα, και η διαχείρισή τους ήταν εξαιρετικά σημαντικό ζήτημα για την ίδια την πόλη, αφού αποτελούσαν μία από τις κύριες προσόδους.

Σύμφωνα με επιγραφική μαρτυρία του έτους 82 μ.Χ. από τη Μεσσήνη, εκλεγμένοι αξιωματούχοι της πόλης συνεδρίασαν προκειμένου να κάνουν τις επινομές, να ορίσουν δηλαδή τη χρήση της κοινοτικής γης για βοσκή. Είχαν αρμοδιότητα στα εξής θέματα: α) οριοθέτηση των ζωνών βοσκής, β) διανομή και εποπτεία των ζωνών βοσκής και στάθμευσης των ζώων, γ) καθορισμός τελών για τις δημόσιες νομές και την ανάθεση της είσπραξής τους σε ειδικό αξιωματούχο, δ) καθορισμός προστίμων σε περίπτωση πρόκλησης ζημιών, ε) καθορισμός ειδικών (ορεινών) ζωνών βοσκής για ειδικές περιπτώσεις ζώων (όπως οι κατσίκες) με ενδεχόμενο επιπρόσθετου ειδικού φόρου.

 Η «αποκαλυπτική» Μεσσήνη

Η εγκατάλειψη πολλών αγροκτημάτων και αγροτικών οικισμών κατά την περίοδο της κρίσης του 3ου αιώνα μ.Χ. όξυνε τις απειλές στον αστικό πληθυσμό και τελικά οδήγησε στην περίφημη έξοδο προς την ύπαιθρο, η οποία άλλαξε πλήρως τη σχέση πόλης και υπαίθρου, οδηγώντας στην αναγέννηση των αγροτικών επαύλεων κατά τον 4ο και κυρίως τον 5ο αιώνα, στα χρόνια του Ιουστινιανού. Το όλο σύστημα των αγροτικών επαύλεων καταρρέει τελικά στα τέλη του 5ου αιώνα μ.Χ.

Η αρχαία Μεσσήνη αποκαλύπτεται ως μια άκρως ενδιαφέρουσα περίπτωση πόλης της ρωμαιοκρατίας. Κάθε μέρα φέρνει στο φως υλικά κατάλοιπα και αξιόλογες επιγραφικές μαρτυρίες για την κοινωνία και την οικονομία, που μεταβάλλουν συνεχώς τα δεδομένα, συμβάλλοντας στη συμπλήρωση των κενών και στη λύση προβλημάτων τα οποία σχετίζονται με ζητήματα αγροτικής οικονομίας, εμπορίου, νομισματικής κυκλοφορίας αλλά και πληθυσμιακής σύνθεσης. 


Πηγή: Π. Θέμελης, EleftheriaOnline





0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου