Σαν αστυνομική νουβέλα ξετυλίγεται η έρευνα του Αριέλ Σαμπάρ στο Atlantic, για τις σκοτεινές διαδρομές αρχαίων κειμηλίων από τις ερήμους της...
Σαν αστυνομική νουβέλα ξετυλίγεται η έρευνα του Αριέλ Σαμπάρ στο Atlantic, για τις σκοτεινές διαδρομές αρχαίων κειμηλίων από τις ερήμους της Αιγύπτου στα μεγαλύτερα μουσεία του κόσμου και την ιστορία μια οικογένειας διακινητών που κατάφεραν να παραμείνουν αόρατοι, μέχρι να αναλάβουν δράση οι ειδικοί ερευνητές.
Εδώ και περίπου μια δεκαετία, η Δύση έχει αρχίσει να αναγνωρίζει την ύπαρξη λεηλατημένων αρχαιοτήτων σε κορυφαία μουσεία της. Και πλέον, τα πολύτιμα κειμήλια επαναπατρίζονται. Τα τελευταία τρανταχτά παραδείγματα, που είδαν το φως της δημοσιότητας, όταν ολοκληρώθηκαν οι έρευνες και (σε μεγάλο βαθμό) αποδόθηκε δικαιοσύνη, αφορούν κλεμμένες αρχαιότητες αξίας 65 εκατ. δολαρίων, που είχαν καταλήξει σε δύο από τα μεγαλύτερα μουσεία του κόσμου.
Το 2019, η Antiquities Trafficking Unit, η μοναδική στο είδος της ομάδα ερευνητών με επικεφαλής τον Ελληνοαμερικανό Μάθιου Μπογκντάνος κατέσχεσε από το Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης της Νέας Υόρκης (The Met) ένα επίχρυσο φέρετρο με μούμια, αφού απέδειξε ότι είχε λεηλατηθεί στην Αίγυπτο το 2011 κατά τη διάρκεια της Αραβικής Ανοιξης, και ότι τα έγγραφα της προέλευσής του ήταν πλαστογραφημένα. Παράλληλα, εξάλλου, άρχισε να ξετυλίγεται άλλο ένα σκάνδαλο που αφορούσε στη στήλη του Τουταγχαμών, ένα από τα ωραιότερα εκθέματα στο Λούβρο στο Αμπου Ντάμπι.
«Η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο», δήλωσε ο γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν, τον Νοέμβριο του 2017 εγκαινιάζοντας το νέο μουσείο των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και μια νέα σχέση μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Το Λούβρο του Αμπου Ντάμπι επρόκειτο να γίνει το πρώτο «καθολικό» μουσείο στον αραβικό κόσμο, γεμάτο με έργα τέχνης από όλο τον κόσμο, με χιλιάδες χρόνια ιστορίας. Οι Εμίρηδες πλήρωσαν στους Γάλλους ένα δισ. δολάρια για τα δικαιώματα του ονόματος του Λούβρου, οδηγίες για το τι έργα τέχνης έπρεπε να αγοράσουν και δάνεια αριστουργημάτων των Ντα Βίντσι, Ματίς και Βαν Γκογκ. Οι βασιλιάδες του Μαρόκου και του Μπαχρέιν, δε, συμμετείχαν στους εορτασμούς, που ήταν αντάξιοι μιας τελετής έναρξης Ολυμπιακών Αγώνων.
Δύο ημέρες μετά τα εγκαίνια του μουσείου, ωστόσο, η άψογα διατηρημένη στήλη του Τουταγχαμών άρχισε να τραβάει την προσοχή των μελετητών, αλλά όχι με τον τρόπο που ήλπιζε ο Μακρόν, γράφει ο Αριελ Σαμπάρ στο Atlantic. Στην εκτενή έρευνά του, που διαβάζεται (και ακούγεται) απνευστί σαν αστυνομική νουβέλα, ο Σαμπάρ περιγράφει τις δαιδαλώδεις σκοτεινές διαδρομές των δύο αρχαιοτήτων, πίσω από τις οποίες κρύβονταν οι ίδιοι δαιμόνιοι και για χρόνια «αόρατοι» διακινητές.
Η στήλη από ροζ γρανίτη ύψους 1,5 μ., περίπου του 1318 π.Χ., είναι ό,τι πιο κοντινό στον θάνατο του νεαρού βασιλιά (πέθανε το 1323 π.Χ. σε ηλικία 18 ετών) έχει βρεθεί ποτέ. Τα χαρακτικά της δε – ο Τουταγχαμών προσφέρει κρασί στον θεό Οσιρι στη μία πλευρά της πλάκας και δέχεται ανθοδέσμες από έναν ιερέα στην άλλη – διέφεραν από οτιδήποτε άλλο είχαν δει οι μελετητές στο παρελθόν. Αυτό που τους προβλημάτισε, μάλιστα, ήταν το πώς αναδύθηκε ξαφνικά από το πουθενά μια τόσο εκπληκτική στήλη, έναν αιώνα αφότου ο βρετανός αρχαιολόγος Χάουαρντ Κάρτερ ανακάλυψε τον τάφο του Φαραώ.
Ο Μαρκ Γκαμπόλντ, έγκριτος μελετητής του Τουταγχαμών στο πανεπιστήμιο Πολ Βαλερί του Μονπελιέ στη Γαλλία, ζήτησε πιεστικά εξηγήσεις από τους γάλλους συμβούλους του μουσείου. Η απάντηση ήταν ότι τη στήλη είχε αγοράσει το 1933 ο γερμανός αξιωματικός του εμπορικού ναυτικού Γιοχάνες Μπέρενς από έναν λιγότερο γνωστό αιγύπτιο έμπορο, τον Χαμπίμπ Ταουάντρος, και έμεινε στην οικογένειά του μέχρι λίγο πριν την αποκτήσει το μουσείο, το 2016, για περισσότερα από 9 εκατ. δολάρια.
Πώς όμως ήταν δυνατό ο Μπέρενς να αντέξει οικονομικά ένα μνημείο του πιο διάσημου Φαραώ της Αιγύπτου σε μια εποχή χάους για τη γερμανική οικονομία; Ψάχνοντας σε ιστορικά αρχεία, ο Γκαμπόλντ δεν βρήκε στοιχεία για την ύπαρξη του Μπέρενς. Το γεγονός, δε, ότι ο Ταουάντρος αναφερόταν ως αρχικός ιδιοκτήτης και του επίχρυσου φερέτρου, τον οδήγησε σε ένα ανησυχητικό συμπέρασμα. «Φαίνεται ότι έχουν επινοηθεί ολόκληρες ιστορίες για να κρύψουν την ακριβή προέλευση των αντικειμένων», έγραψε στις σημειώσεις των ερευνών του.
Το 2021, γάλλοι αστυνομικοί ανέκριναν επί ώρες τον Γκαμπόλντ. «Μου είπαν ότι ήταν μια τεράστια υπόθεση», τόσο μεγάλη ώστε ο ίδιος δεν μπορούσε καν να φανταστεί το εύρος της, είπε μιλώντας στον δημοσιογράφο του Atlantic. Η αστυνομία είχε αρχίσει να ξετυλίγει ένα εγκληματικό δίκτυο που εκτεινόταν από τις ερήμους της Αιγύπτου μέχρι τα μεγαλύτερα μουσεία του κόσμου.
Σε αυτή την τρομερή υπόθεση εμπλεκόταν και ο Ζαν-Λικ Μαρτινέζ, διευθυντής του Λούβρου στο Παρίσι (από το 2013 έως το 2021), ως επικεφαλής της συμφωνίας με τους Εμίρηδες, με τη δέσμευση των Γάλλων να «δώσουν ιδιαίτερη προσοχή στους ηθικούς κανόνες σχετικά με τις αγορές, ιδίως όσον αφορά την προέλευση». Πώς ήταν δυνατόν, όμως, να έχει εξαπατηθεί από μια ψεύτικη ιστορία και να συναινέσει στην αγορά της στήλης του Τουταγχαμών, όταν έναν χρόνο πριν, είχε προειδοποιήσει ο ίδιος για διακινητές που «εφευρίσκουν μια ιστορία» για να συγκαλύψουν την παράνομη προέλευση λεηλατημένων αντικειμένων;
Το περίτεχνα διακοσμημένο χρυσό φέρετρο του Νετζεμάνκ, ενός υψηλόβαθμου ιερέα του 1ου π.Χ. αιώνα, η στήλη του Τουταγχαμών και η τεράστια μαρμάρινη κεφαλή μιας βασίλισσας των Πτολεμαίων, που φέρεται ότι ήταν η Κλεοπάτρα, η οποία αγοράστηκε από τους Εμίρηδες για περίπου 40 εκατ. δολάρια – η υψηλότερη γνωστή τιμή που έχει πληρώσει ποτέ μουσείο για μια μεμονωμένη αρχαιότητα – συγκαταλέγονται ανάμεσα στα λεηλατημένα αντικείμενα αξίας περίπου 65 εκατ. δολαρίων που πουλήθηκαν μεταξύ 2013 και 2018, από εμπόρους τέχνης στο Met και το Λούβρο του Αμπου Ντάμπι. Στο επίκεντρο, δε, των πωλήσεων βρισκόταν μια οικογένεια Αιγυπτίων αρμενικής καταγωγής, με αποθήκες γεμάτες αρχαιότητες σε διάφορα σημεία της Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής και ταλέντο στο να μένει «αόρατη» και να παρακάμπτει τον νόμο.
Η απίθανη ιστορία των Σιμονιάν
Ολα ξεκίνησαν μια μέρα της δεκαετίας του 1960, όταν ένα αγοράκι μπήκε στο κοσμηματοπωλείο των αδελφών Σιμόν και Αγκόπ Σιμονιάν στο Κάιρο κρατώντας ένα αρχαίο φυλαχτό με σκαραβαίο. «Θέλεις να το αγοράσεις;» ρώτησε τον Σιμόν, ο οποίος ασχολιόταν με μοντέρνα κοσμήματα, αλλά ενθουσιάστηκε μόλις το είδε. «Ο πατέρας μου το αγόρασε φθηνά και το πούλησε με μεγάλο κέρδος», είπε στον αρθρογράφο του Atlantic ο γιος του, Κεβόρκ.
Βλέποντας τις λαμπρές προοπτικές που θα μπορούσε να έχει μια επιχείρηση εξαγωγής αρχαιοτήτων, ο Σιμόν κάλεσε αμέσως τον μικρότερο αδελφό του, Σερόπ, ο οποίος σπούδαζε Διοίκηση Επιχειρήσεων στη Γερμανία και του έδωσε την εντολή να σπουδάσει Αιγυπτιολογία. Βιβλιοφάγος και συλλέκτης γραμματοσήμων, ο Σερόπ ζούσε στη σκιά του μεγάλου αδελφού. Ο πατέρας τους, ονόματι Οχάν, ήταν παιδάκι όταν έφυγε με τα πόδια από την Τουρκία, μετά τη δολοφονία των γονιών του στη γενοκτονία των Αρμενίων. Κατέφυγε στην Αίγυπτο, όπου στην αρχή ζητιάνευε και κοιμόταν σε κάδους σκουπιδιών, πριν βρει δουλειά σε λεωφορεία, αγοράσει ένα φορτηγό και ιδρύσει τελικά τη δική του επιχείρηση μεταφορών, όπως είπε στον Αριέλ Σαμπάρ ένας συγγενής του. Η απώλεια των γονιών του σε τόσο νεαρή ηλικία του προκάλεσε αγωνία για μια ζωή. Εδωσε στα έξι παιδιά του ευκαιρίες που δεν είχε ποτέ ο ίδιος, και αυτά έμαθαν να τις αρπάζουν.
Πράγματι ο Σερόπ σπούδασε Αιγυπτιολογία στο πανεπιστήμιο του Γκέτινγκεν και έγραψε μια διατριβή για τον σχεδιασμό φερέτρων. Ηταν η ιδανική στιγμή για να ασχοληθεί με τις αιγυπτιακές αρχαιότητες. Στη Δύση επικρατούσε ήδη η τρέλα της «Αιγυπτομανίας», τροφοδοτημένη από την παγκόσμια περιοδεία των «Θησαυρών του Τουταγχαμών», που ξεκίνησε το 1972 και κράτησε εννέα χρόνια, προσελκύοντας εκατομμύρια επισκέπτες (Η πλήρης συλλογή εκτίθεται πλέον στο νέο Μεγάλο Αιγυπτιακό Μουσείο της Γκίζας).
Δεν ήταν εξαιρετικός φοιτητής, θυμήθηκε ένας καθηγητής του μιλώντας στο Atlantic. Aλλά το 1974 ήταν πλέον ο χερ ντόκτορ Σιμονιάν διασυνδεδεμένος με επιδραστικούς ακαδημαϊκούς και διευθυντές μουσείων. Το 1970, πριν καν πάρει το πτυχίο του, πούλησε στο Λούβρο ένα ξύλινο άγαλμα 4.000 ετών του αιγύπτιου αρχιερέα Χαπντζεφάι και το 1976 άνοιξε σε μια πλούσια συνοικία του Αμβούργου την «Galerie Antiker Kunst». Αρχισε να δανείζει αρχαιότητες σε γερμανικά πανεπιστήμια γνωρίζοντας ότι οι καθηγητές θα άρπαζαν την ευκαιρία να κάνουν δημοσιεύσεις για άγνωστα αντικείμενα, οι οποίες με τη σειρά τους θα αύξαναν την αξία των κειμηλίων του. Οπως και έγινε. Ο Σερόπ κατόρθωσε να αναδειχθεί σε αξιοσέβαστη προσωπικότητα, που μπορούσε να πουλάει τα αντικείμενα της οικογένειας στις ακόρεστες δυτικές αγορές σε εκπληκτικές τιμές, υπογραμμίζει ο αμερικανός δημοσιογράφος του Atlantic.
Οταν η Βασιλίκα έβαλε στο στόχαστρο τον Σερόπ
Η ελληνοαμερικανίδα αιγυπτιολόγος και ιστορικός τέχνης Ελένη Βασιλίκα, ήταν από τους πρώτους ανθρώπους που παρατήρησαν το λάθος, το 2000, αμέσως μόλις ανέλαβε τη διεύθυνση του δημοτικού Μουσείου Roemer und Pelizaeus του Χίλντεσχαϊμ, κοντά στο Ανόβερο, μετά από μια δεκαετία ως επιμελήτρια αρχαιοτήτων στο πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ. Ανακάλυψε ότι δεκάδες αιγυπτιακά κειμήλια, τα οποία το μουσείο παρουσίαζε στο κοινό ως δικά του, ήταν στην πραγματικότητα εμπορεύματα ενός ντίλερ ονόματι Σερόπ Σιμονιάν. Μάλιστα δύο από αυτά – ένα μοντέλο βάρκας 4.000 ετών και ένα φέρετρο 2.300 ετών – είχαν εμφανιστεί ακόμη και στα εξώφυλλα των καταλόγων σε περιοδεύουσες εκθέσεις. Δεν ήταν ασυνήθιστο να εκθέτουν τα μουσεία αντικείμενα συλλεκτών, αναφέροντας βεβαια ότι ήταν δανεισμένα. Αλλά το να εκθέτουν το στοκ ενός εμπόρου – και μάλιστα χωρίς να το αποκαλύπτουν – έμοιαζε και αποδείχτηκε ότι ήταν ξέπλυμα χρήματος.
Εκείνη την εποχή, η γοητευμένη από την αρχαία Αίγυπτο Δύση είχε προκαλέσει κύματα λεηλασιών σε αιγυπτιακούς τάφους, ενώ τα μεγάλα μουσεία έκαναν τα στραβά μάτια για διάφορους λόγους. Το Associated Press ανέφερε ότι Αίγυπτος είχε τόσα πολλά θαμμένα αντικείμενα και τόσο λίγους φύλακες, ώστε «το 99% όλων των λεηλασιών μένουν ανεξερεύνητες». Μάλιστα το 1970 η UNESCO υιοθέτησε μια σημαντική συνθήκη για την καταπολέμηση του τράφικινγκ πολιτιστικών αγαθών, και το 1983 οι αιγύπτιοι νομοθέτες ποινικοποίησαν το εμπόριο αρχαιοτήτων, απαγορεύοντας όλες τις πωλήσεις και τις εξαγωγές.
Ωστόσο οι δουλειές των αδελφών Σιμονιάν συνεχίστηκαν απρόσκοπτα με την εξήγηση ότι είχαν αποκτήσει τις αρχαιότητές τους τη δεκαετία του 1960 και στις αρχές της δεκαετίας του 1970, από τους κληρονόμους του Χαμπίμπ Ταουάντρος και ενός άλλου αιγύπτιου εμπόρου, του Σαγιέντ Πασά Κασάμπα. «Τα πάντα», δήλωσε ο Σερόπ στους ερευνητές – αργότερα όταν είχε συλληφθεί – είχαν αποσταλεί στην Ελβετία μέχρι το 1973, μια ολόκληρη δεκαετία πριν απαγορεύσει η Αίγυπτος το εμπόριο. Ενα μέλος της οικογένειας, δε, περιέγραψε στο Atlantic τις δυνατότητες εφοδιασμού με αρχαιότητες από εκείνη την κρύπτη ως «απεριόριστες»… Γιατί απλά οι Σιμονιάν συνέχιζαν να την ανεφοδιάζουν με σκοτεινούς τρόπους.
Η Βασιλίκα σοκαρίστηκε από την αφέλεια των αξιωματούχων του δήμου του Χίλντεσχαϊμ. Διέταξε την απομάκρυνση των περίπου 100 αντικειμένων του Σιμονιάν από την αποθήκη του μουσείου και προσπάθησε, μάταια, να σταματήσει τις αγορές. Ηλπιζε ότι δεν θα ξανάκουγε το όνομα Σιμονιάν. Αλλά ήρθε και πάλι αντιμέτωπη μαζί του στην επόμενη θέση της ως διευθύντρια του Αιγυπτιακού Μουσείου στο Τορίνο της Ιταλίας, η συλλογή του οποίου με 40.000 αιγυπτιακές αρχαιότητες θεωρούνταν η πιο σημαντική εκτός Αιγύπτου.
Το Τορίνο προετοιμαζόταν για τους Χειμερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες του 2006, και η τράπεζα Compagnia di San Paolo είχε υποσχεθεί δωρεά περίπου 30 εκατ. δολαρίων για την ανακαίνιση του μουσείου. Με την ενθάρρυνση του υπουργού Πολιτισμού, η Compagnia είχε αποκτήσει επίσης έναν πολύτιμο πάπυρο του 1ου π.Χ. αιώνα, μήκους περίπου 2,44 μ, που περιείχε το μόνο γνωστό αντίγραφο ενός έργου του αρχαίου έλληνα γεωγράφου Αρτεμίδωρου του Εφέσιου και τον παλαιότερο σωζόμενο χάρτη από τον ελληνορωμαϊκό κόσμο. Σχεδίαζε να τον εκθέσει στο παλάτσο ενός ευγενή κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων και στη συνέχεια να τον δωρίσει στο Αιγυπτιακό Μουσείο.
Η Βασιλίκα γοητεύτηκε από τον πάπυρο, για τον οποίο δεν είχε ξανακούσει ποτέ τίποτα. Οταν όμως ένα στέλεχος της Compagnia της είπε ότι «αυτό το έργο εξήχθη νόμιμα από την Αίγυπτο από μια αρμενική οικογένεια τη δεκαετία του 1970», της ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι. «Δεν εννοείς τον Σερόπ Σιμονιάν;». Και όμως ναι. Το ίδρυμα είχε αποκτήσει τον πάπυρο από τον έμπορο του Αμβούργου έναντι τριών εκατ. δολαρίων, την υψηλότερη τιμή που έχει καταβληθεί ποτέ για πάπυρο.
Μέχρι τη δεκαετία του 2000, οι Σιμονιάν είχαν συσσωρεύσει στις αποθήκες τους δεκάδες χιλιάδες αντικείμενα. Ηταν τόσα πολλά και ποικίλα που μπορούσαν να εξυπηρετήσουν σχεδόν κάθε αγορά, από συμφωνίες πολλών εκατομμυρίων δολαρίων με μουσεία μέχρι διψήφιες προσφορές στο eBay. Οι περισσότεροι έμποροι υψηλής ποιότητας απέφευγαν τα φθηνά αντικείμενα, αλλά για τους Σιμονιάν, κάθε πώληση ήταν σεβαστή.
Το μόνο εμπόδιο για ακόμα μεγαλύτερα κέρδη, φαίνεται πως ήταν ο ίδιος ο Σερόπ, ο οποίος στο μεταξύ ήταν ο de facto επικεφαλής της οικογενειακής επιχείρησης χάρη στο πτυχίο και τις διασυνδέσεις του. Αλλά η γοητεία του ήταν ελάχιστη έως ανύπαρκτη. Παχουλός, ντυμένος άθλια και αξύριστος, ζούσε σε κάτι «σαν το διαμέρισμα της γιαγιάς σου τη δεκαετία του 1950», όπως τον περιέγραψε ένας άλλος έμπορος στον δημοσιογράφο του Atlantic. Εμενε σε φτηνά ξενοδοχεία και συνήθιζε να «ξαναψήνει το μπαγιάτικο ψωμί για να μην το σπαταλά», στοιχειωμένος από τη φτώχεια των πρώτων του χρόνων στη Γερμανία.
Τη μοναδική φορά που τον συνάντησε η Βασιλίκα, ο Σερόπ εμφανίστηκε στο γραφείο της ατημέλητος, καμπουριασμένος και μυρίζοντας τσιγαρίλα, διαφέροντας εντελώς από τους κομψούς άνδρες που κυριαρχούσαν στον χώρο. «Δεν έμοιαζε με έμπορο τέχνης υψηλής ποιότητας», είπε στο Atlantic. Η γερμανίδα αιγυπτιολόγος Γκαμπριέλε Πίκε, δε, τον παρομοίασε για τα παζάρια του με πωλητές των σουκ. Ηταν ευαίσθητος, απρόβλεπτος, αλλοπρόσαλλος και θύμωνε εύκολα κάνοντας τη συνεργασία μαζί του ακόμη πιο δύσκολη. Τελικά αποξενώθηκε από τη γυναίκα και τα παιδιά του, ενώ παράλληλα δημιούργησε συναισθηματικούς δεσμούς με τις αρχαιότητες στις αποθήκες του. Τις αποκαλούσε «τα μωρά μου», όπως αποκάλυψε συνεργάτης του.
Για τις πωλήσεις στα μεγαλύτερα μουσεία του κόσμου, βρήκε τη βοήθεια που χρειαζόταν στις αρχές της δεκαετίας του 2000, όταν ένα ζευγάρι λιβανέζων αρχαιοκαπήλων τον σύστησε στον 20χρονο γιο τους Ρόμπεν Ντιμπ. Ο Ντιμπ σπούδαζε Βιοϊατρική στο πανεπιστήμιο του Αμβούργου, ήταν από παιδί συλλέκτης νομισμάτων και ενθουσιάστηκε όταν ο Σιμονιάν του πρόσφερε μια δουλειά μέσω της οποίας θα μετέτρεπε το χόμπι του σε καριέρα. Τα email, ωστόσο, που αντάλλασσαν μεταξύ τους τα οποία έπεσαν αργότερα στα χέρια των ερευνητών θα οδηγούσαν στην εξιχνίαση πολλών εγκληματικών ενεργειών.
Οι αιγυπτιακές αρχές γνώριζαν αλλά δεν ρωτήθηκαν
Βέβαια, αν οι διευθυντές μουσείων ήθελαν την αλήθεια για τους Σιμoνιάν, θα μπορούσαν να την μάθουν πολύ νωρίτερα από τις αιγυπτιακές αρχές κάνοντας μια βασική έρευνα, όπως ο δημοσιογράφος του Atlantic. Ψάχνοντας στη Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου, ο Σαμπάρ βρήκε σε μικροφίλμ μια σειρά από ανησυχητικά άρθρα της έγκυρης αιγυπτιακής εφημερίδας Al-Ahram. Το πρώτο, από τον Ιανουάριο του 1975, είχε τίτλο «Αρμένιος κοσμηματοπώλης σκοτώθηκε στην όχθη ενός καναλιού στη Σακκάρα». Ηταν ο 28χρονος Αβραάμ, ο νεότερος από τους έξι αδελφούς Σιμονιάν, τον οποίο είχαν εκτελέσει με το ίδιο του το όπλο κατά τη διάρκεια συμπλοκής, αρχαιοκάπηλοι γιατί τους είχε ρίξει οικονομικά. Η εφημερίδα ανέφερε ότι η κύρια δραστηριότητα των Σίμον, Αγκόπ και Αβραάμ Σιμονιάν ήταν «η αγορά και η πώληση κλεμμένων αντικειμένων και η λαθραία διακίνησή τους στο εξωτερικό». Ο Αβραάμ «είχε επισκεφθεί πολλούς αρχαιολογικούς χώρους σε όλη τη δημοκρατία», αναζητώντας «αρχαιότητες όπου κι αν βρίσκονταν».
Τη δεκαετία του 1960, εξάλλου, ο Σιμόν πέρασε δύο χρόνια στη φυλακή για εγκλήματα σχετικά με αρχαιότητες και δέχτηκε επιθέσεις από συγκρατούμενούς του. Το 1971, του αφαιρέθηκε η άδεια να πουλάει αρχαιότητες, αφού καταχώρησε στο δικό του όνομα του το κατάστημα του Χαμπίμπ Ταουάντρος, του εμπόρου που οι Σιμονιάν θα ισχυρίζονταν αργότερα ότι κατείχε τόσο το επιχρυσωμένο φέρετρο όσο και τη στήλη του Τουταγχαμών.
Οι Σιμόν και Αγκόπ έφυγαν από την Αίγυπτο για το Λος Αντζελες και το Μόντρεαλ, αντίστοιχα, στις αρχές της δεκαετίας του 1980, περίπου την εποχή που η χώρα κατάργησε το εμπόριο αρχαιοτήτων. Το 1989, οι καναδικές αρχές κατέσχεσαν από τον Αγκοπ περίπου 60 παράνομες αρχαιότητες, μερικές από τις οποίες είχαν «αφαιρεθεί» από ανασκαφές, σύμφωνα με την Al-Ahram. Εξι χρόνια αργότερα, ένα αιγυπτιακό δικαστήριο καταδίκασε ερήμην τον Σιμόν σε πέντε χρόνια καταναγκαστικά έργα για την προσπάθεια λαθρεμπορίας τουλάχιστον 100 αρχαιοτήτων εκτός χώρας με πλαστά κυβερνητικά έγγραφα.
Το 2005, ένας δικαστής του Βερολίνου σταμάτησε μια αποστολή αρχαίων αντικειμένων του Σιμονιάν σε έναν αγοραστή στις Ηνωμένες Πολιτείες, αφού οι αιγυπτιακές αρχές τα συνέδεσαν με εμπόρους που είχαν δωροδοκήσει έναν ανώτερο αξιωματούχο του υπουργείου Αρχαιοτήτων της Αιγύπτου. Αλλά η απόφαση του δικαστή σύντομα ανατράπηκε και τα αντικείμενα – ταφικά κειμήλια που εκτέθηκαν στο Μουσείο Roemer und Pelizaeus τη δεκαετία του 1990 – πουλήθηκαν, για πάνω από δύο εκατ. δολάρια, στο Μουσείο Τέχνης Nelson-Atkins, στο Κάνσας Σίτι, όπου και παραμένουν μέχρι σήμερα.
Για οκτώ χρόνια, η Ελένη Βασιλίκα κράτησε τον πάπυρο του Αρτεμίδωρου μακριά από το Αιγυπτιακό Μουσείο του Τορίνο, εξοργίζοντας με την αδιαλλαξία της τους ανωτέρους της. Το 2018, τέσσερα χρόνια μετά την αποχώρησή της, ιταλοί εισαγγελείς κήρυξαν πλαστό τόσο τον πάπυρο όσο και ένα βασικό έγγραφο προέλευσης. Ο Σερόπ Σιμονιάν, ισχυρίστηκαν, είχε διαπράξει βαρύτατη απάτη, που διευκολύνθηκε από την αμέλεια της Compagnia και των μελετητών που πρότειναν την αγορά. Αλλά ήταν πολύ αργά για να απαγγελθούν κατηγορίες στον Σιμονιάν, λόγω παραγραφής του εγκλήματος.
Ο πάπυρος του Αρτεμίδωρου, δε, παραμένει το μόνο γνωστό κειμήλιο της οικογένειας Σιμονιάν που θεωρείται πλαστό. Κάποια άλλα αποκαταστάθηκαν πρόχειρα ή με ακατάλληλα μέρη που είχαν αφαιρεθεί από άλλες αρχαιότητες. Αλλά σε γενικές γραμμές, τα αντικείμενα των Σιμονιάν θεωρούνται γνήσια. Το πρόβλημα δεν είναι η αυθεντικότητά τους, αλλά η προέλευσή τους. Οι ερευνητές κατάφεραν να φτάσουν στις ρίζες με τη βοήθεια του Ζορζ Λοτφί ενός λιβανέζου συλλέκτη, ο οποίος έφερε τον Μπογκντάνος σε επαφή με τον Μοχάμεντ «Αμπού Σαΐντ» Τζαραντάτ έναν ιορδανό διακινητή αρχαιοτήτων συνεργάτη των Σιμονιάν. Ο Τζαραντάτ είχε προσφέρει στον Λοτφί το επιχρυσωμένο φέρετρο για 50.000 δολάρια και έγινε έξω φρενών όταν τον πληροφόρησε ότι το είχε δει στο Met. Δεν είχε πάρει δεκάρα από τα τέσσερα εκατ. δολάρια που είχε πληρώσει το Met και «ήθελε να πάρει εκδίκηση».
Τα ονόματα των Σιμονιάν, Ντιμπ και Τζαραντάτ ήταν ήδη γνωστά στον Μπογκντάνος, από την ανταλλαγή email στα εισερχόμενα αρκετών συλλεκτών και υπαλλήλων μουσείων της Νέας Υόρκης, τα οποία είχε ερευνήσει νωρίτερα σε μια διαφορετική υπόθεση.
Μιλώντας με τους συνεργάτες του Σιμονιάν και διαβάζοντας δικαστικά και άλλα νομικά έγγραφα, ο Αριελ Σαμπάρ γράφει στο Atlantic ότι αποκόμισε την αίσθηση ότι ο Σερόπ Σιμονιάν είχε ένα σύστημα: Δεν έγραφε σχεδόν τίποτα. Χρησιμοποιούσε μεσάζοντες και μια offshore εταιρεία-κέλυφος για να αποκρύπτει τον ρόλο του στις πωλήσεις και δεν ήταν ποτέ παρών σε αποστολές. Κάποτε καυχήθηκε μάλιστα για το ότι ήταν σχεδόν αόρατος λέγοντας σε έναν συνάδελφό του: «Τρέχω δίπλα στη σκιά μου».
Ολα εδώ πληρώνονται (κάποια στιγμή)
Ολα τα άλλα είναι ιστορία, την οποία περιγράφει εκπληκτικά ο δημοσιογράφος του Atlantic. Οι ερευνητές κατάφεραν τελικά να αποδείξουν ότι τα έγγραφα, με τα οποία οι Σιμονιάν διακινούσαν συστηματικά λεηλατημένες αρχαιότητες, ήταν πλαστά.
Η γαλλική αστυνομία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο φορέας Agence France-Muséums, που δημιούργησε η Γαλλία για να συμβουλεύει το μουσείο των Εμιράτων, είχε γίνει «ένα τρομερό εργαλείο στη διάθεση των διακινητών». Το 2022, ο Μαρτινέζ κατηγορήθηκε για συνενοχή σε απάτη και ξέπλυμα χρήματος, αλλά ο δικηγόρος του πιστεύει ότι θα αθωωθεί πλήρως. Δεν πιστεύεται μεν ότι επωφελήθηκε προσωπικά από τις συμφωνίες, αλλά με τα λεφτά των Εμίρηδων χρηματοδοτήθηκαν πολύ σημαντικές ανακαινίσεις στο Λούβρο του Παρισιού.
Οι Ρομπέν Ντιμπ και Σερόπ Σιμονιάν κατηγορήθηκαν επίσης για εγκληματική συνωμοσία, οργανωμένη απάτη και ξέπλυμα χρήματος και το 2023, ο τότε 81 ετών Σιμονιάν εκδόθηκε από τη Γερμανία στη Γαλλία. Κρατούμενος στις φυλακές La Santé, καταθέτοντας στους ερευνητές, υπαινίχθηκε ότι είχε πουλήσει ένα άγαλμα στον Τζον Λένον και αποκάλεσε τον Μπογκντάνος «τον μεγαλύτερο κλέφτη έργων τέχνης όλων των εποχών», για τις κατασχέσεις του. Αρνήθηκε ότι κατείχε παράνομες αρχαιότητες και χλεύασε τους ανακριτές του: Αν πραγματικά τους ένοιαζε η παράνομη προέλευση «θα μπορούσα να αδειάσω το μισό Λούβρο», τους είπε. Τέλος, ισχυρίστηκε ότι έπασχε από άνοια και ότι αυτός που έπαιρνε τις αποφάσεις ήταν ο Ντιμπ: «Τον εμπιστευόμουν περισσότερο από τα παιδιά μου», δήλωσε.
Στα τέλη του 2024, αφέθηκε ελεύθερος για λόγους υγείας και κατάφερε να το σκάσει με λεωφορείο καταφεύγοντας σε κέντρο υποβοηθούμενης διαβίωσης στο Αμβούργο. Τα παιδιά του, δε, Αβραάμ και Αλις, διώκονται στη Γερμανία για τους ρόλους τους στις παράνομες πωλήσεις αρχαιοτήτων. Βέβαια αρνούνται τις κατηγορίες.
Ο Σιμόν πέθανε το 2020 και ο Αγκόπ δεν απάντησε σε αιτήματα του Σαμπάρ, αλλά ο δημοσιογράφος του Atlantic συνάντησε τον γιο του Σιμόν, Οχάν, στην Καλιφόρνια. Μεγαλώνοντας στην Αίγυπτο τη δεκαετία του 1980, του είπε ότι τον πείραζαν τα παιδιά των Αρμένιων με τα οποία έπαιζε μπάσκετ. «Ληστέψατε μια πυραμίδα», του έλεγαν, «Κλέψατε τη μισή Αίγυπτο». Στην πραγματικότητα, επέμεινε ο Οχάν, ο πατέρας του δεν ήταν κλέφτης αλλά σωτήρας, που έσωζε τα θαύματα της πατρίδας του «για να τα δει ο κόσμος».
Σε αντίθεση τέλος με τον Σέροπ, ο Σιμόν απολάμβανε τα χρήματά του, σπαταλώντας τα σε πάρτι, διακοπές και ταξίδια στο Λας Βέγκας. Ο Οχάν και ο αδελφός του, Κεβόρκ, χρεοκόπησαν τα τελευταία χρόνια και έγιναν οδηγοί της Uber, ενώ επί χρόνια αναζητούν το μερίδιο του εκλιπόντος πατέρα τους – 11 εκατ. δολάρια – που ισχυρίζονται ότι τους χρωστάει ο Σερόπ από την πώληση της κεφαλής της Κλεοπάτρας. Και ο Οχάν δεν παύει να καταριέται τον θείο του…
Πηγή: Κ. Τριανταφύλλη, Protagon
![[headerImage] Αρχαιοκάπηλοι, εμίρηδες και το μυστήριο του χρυσού φερέτρου](https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEg6dFP-2AmybDiRVgzElIXDB4wftchBBGNziAcMiOcmiQ0FpB_AFRWZEPtZtByqZHfgjSzmiulmMdzqQcWVA2M4I52nR2MSjWSWsDC88wXr2LIm19vYp8WOu2BHzWoK_wx7OKS4BkTbqHJdu97OsTQSgQ5FJk3vahQs_JDY6F2qo7QM0PtJzNZTAXUqkxE/s1600/Arxaiokapilia.webp)
Δεν υπάρχουν σχόλια