Πέμπτη, 19 Ιουλίου 2018

Το ναυάγιο

Το ναυάγιο
Φωτο Peter Kertis
Ανακάθισε στο αχυρένιο στρώμα. Η φλόγα του λυχναριού τρεμόσβηνε. Ίσα που ώχριζε τα πλινθόκτιστα ντουβάρια. Για μια στιγμή ένιωσε πως διαλύεται σε ζωγραφένιο χρώμα. Mπλε της βαθιάς θάλασσας, γαλάζιο του πελάγους. 

Μπλε και γαλάζιο μαζί σαν αυτό που σκίζουν στα δυο οι πλώρες των νεών (1) στα μακρινά ταξίδια. Μα η ίδια δεν ταξίδεψε ποτέ. Εκείνος μπάρκαρε. μήνες επτά και χρόνους δέκα λείπει. Τον περιμένει· είπε θα γυρίσει. Καλούδια θα φέρει, αργυρές δραχμές πολλές, υφάσματα πολύχρωμα, μπακίρια και αρώματα. Και άλλα πολλά είπε θα φέρει σα θα ΄ρθεί. Μήνες επτά και χρόνους δέκα λείπει και τρία μερόνυχτα εισέτι.

Οι ναυτικοί έρχονται και φεύγουν σαν παλίρροια. Αυτή είναι η μοίρα τους, αυτή και η ζωή τους. Εφτά μήνες αναπνέουν θάλασσα (2), τους υπόλοιπους στεριά, μα στεριανοί δε γίνονται ποτές. Μονάχα σαν πεθάνουν. Παρέα και οδηγός τους στο λαμνοκόπημα (3) ο Πρωτέας (4), η Αφροδίτη Ποντία (5) και ο Ποσειδώνας που ΄χουν από πριν γλυκάνει με θυσίες να είναι καλός μαζί τους. Tα γνώριζε εξαρχής η Διοδώρα όλα τούτα, μα τι να κάμει;

Σάλπαρε ο ναυτικός με την «Πλόα» το καράβι του ναύκληρου (6) Νηρέα, δυνατό σκαρί και μεγάλο. Θα δρόμιζε σε μέρη μακρινά του νότου, πόλεις που η Διοδώρα μήτε είχε πάει μήτε είχε ακουστά. Εμπορεύματα διάφορα θα ξεφόρτωνε εδώ και κει, κρασί, λάδι και μέλι, παραγγελιές επείγουσες και κατόπιν χαλκώματα, πορφύρα (7) και αλάτι θα ΄φερνε απ’ το Κίτιο (8) λέει.

Το ναυάγιο
Ρωμαϊκή τοιχογραφία από την Όστια. Φόρτωση σταριού για μεταφορά στο πλοίο Isis Geminiana. Μουσεία Βατικανού, Ιταλία.
Εφτά μήνες μπάρκου πέρασαν. Τ’ άλλα καράβια γύρισαν, η Πλόα όχι. Περίμενε η Διοδώρα. Ίσως τους έπιασε καιρός και ξεχειμωνιάσαν σε λιμάνι απάνεμο. Ίσως απάντησαν πειρατές και κρύφτηκαν σε όρμο κρυφό. Ίσως πάλι ξελογιάστηκε κάπου ο Νηρέας και κρατάει το καράβι δεμένο στης καλής του τη ζώνη. Γιατί ξελογιάζονται οι ναύκληροι, ξελογιάζονται και οι ναυτικοί, το ξέρουν όλοι. Κίρκες οι γυναίκες στα ξένα, μεθυστικά τα κρασιά και οι ηδονές του κορμιού.

Ακόμα εφτά μήνες και ακόμα εφτά. Κανένα νέο, τίποτα. Τα άλλα καράβια πήγαιναν και ερχόντουσαν, η Πλόα όχι. «Μην ανιμένεις πιά  Διοδώρα. Πνίγουνται οι ψυχές στον πόντο και γίνονται ναυάγιο» της έλεγαν οι φίλες της. Μα όχι. Όχι. Θα γυρίσει. Το είπε. Το υποσχέθηκε…

Στριφογύρισε ξανά στο αχυρένιο στρώμα. Το φως του λυχναριού σώθηκε, έσβησε. Σκοτάδι στην πλίνθινη κάμαρα, σκότος στην ψυχή. Και νάσου πάλι το ζωγραφένιο μπλε και το γαλάζιο αντάμα να πλημμυρίζει απότομα το δώμα και αυτό να γίνεται θάλασσα βαθιά και πελάγου ήχος. Μια νερένια κάμαρη και ο ναυτικός να γνέφει χαίρε…

Το ναυάγιο
Partick von Kalckereuth (1892-1970), Dunkle Meeresbrandung
Της φέραν τα κακά μαντάτα το πρωί. Ένα ναυτάκι από την Τύρο. Στο καπηλειό κουβέντιαζε και ήρθε ο λόγος για τα ναυάγια τα σκληρά κι άδικα. Θυμήθηκε την Πλόα που τον έβδομο μήνα του δεύτερου χρόνου άγριοι ανέμηδες και θαλασσοταραχή της ξέσκισαν τα σωθικά καταμεσίς του πέλαου. Δεν το ΄δε με τα μάτια του το κακό, του το ‘παν άλλοι ναυτικοί κάποια φορά σε μπάρκο στη Σιδώνα. Άλλο τι δεν ξέρει, ορκίζεται στην Κύπριδα (9). Τον φέρανε στην πόρτα της να τα πει ξανά και ξανά και ξανά στην ξέψυχη Διοδώρα.

-΄Τοίμασε τάφο στον πολύκλαυτο νεκρό σου, της είπε, κι ας είν’ κενός. Κάμε εναγισμούς (10) να τον λυτρώσεις και ξέχασε το ναύτη και τα μπάρκα πια. Όσοι χάνονται στα πελάγη της θάλασσας (11) δεν γυρίζουν πίσω…

Κλείστηκε στην κάμαρα αμίλητη η Διοδώρα. Να ΄τοιμάσω τάφο! Μα πώς θάβεις τη θάλασσα, τον πόντο πώς; Τι κι αν ραντίσω με γάλα και κρασί το χώμα, τι κι αν προφέρω τα λόγια τα σωστά να βρει το χαρώνειο πέρασμα ο καλός μου από το μαύρο πέλαγο στη λίμνη την Αχερουσία! Πάλι θαλασσινός νεκρός θα είναι, από αυτούς που η χρυσοπλόκαμη Αμφιτρίτη (12) κρατά κοντά της να ΄χει γιους πολλούς να της ζεσταίνουν την καρδιά στο παλάτι του βυθού. Στις αμμοθίνες θα τραβήξω, παρὰ θῖν΄ ἁλός, εκεί θα γνέψω στον καλό μου κουνώντας μαντίλι μικρού αποχωρισμού στην πελαγία πλάκα (13). Κι ύστερα τις νυχτιές στην κάμαρη ζωγραφένιο μπλε και γαλάζιο θα γίνομαι, κύμα θα γίνομαι και παφλασμός, σκέπη ζεστή στον ναυτικό μου όσο να ΄ρθει καιρός να σμίξουμε ξανά.
_________________

(1) εκ του ουσ. ναῦς = πλοίο
(2) στην αρχαιότητα τα θαλάσσια ταξίδια γίνονταν από την άνοιξη μέχρι το φθινόπωρο
(3) λαμνοκόπημα = κωπηλασία
(4) Πρωτέας = κατά τον Όμηρο ήταν υποτακτικός του Ποσειδώνα και γνώριζε όλα τα βάθη της θάλασσας και τα μυστικά τους. Είχε μαντικές ικανότητες και μπορούσε να μεταμορφώνεται σε ό,τι επιθυμούσε. Οι ναυτικοί τον ονόμαζαν «Γέροντα της θάλασσας»
(5) Αφροδίτη Ποντία = προστάτιδα των ναυτικών, όπως και η Αφροδίτη Ευπλοία
(6) Ναύκληρος = στην αρχαιότητα ήταν ο πλοιοκτήτης, ο καραβοκύρης
(7) πορφύρα = χρωστική ουσία, γνωστή ως βασιλική βαφή. Παράγεται με την επεξεργασία των θαλασσίων οστρέων (κοχυλιών) Haustellum brandaris, Murex brandaris, Ρurpura haemastoma και Μurex trunculus. Δίνει ανεξίτηλο βαθυκόκκινο χρώμα έως ιώδες. Ήταν ιδιαίτερα πολύτιμη βαφή λόγω της δυσκολίας παρασκευής της και της σπανιότητας των κοχυλιών από τα οποία παραγόταν, οπότε η χρήση ενδυμάτων βαμμένων με πορφύρα ήταν ήδη από την κλασική αρχαιότητα ένδειξη πλούτου και εξουσίας. Πρβ. αργότερα τη λέξη πορφυρογέννητος. Περισσότερα εδώ: https://argolikivivliothiki.gr/2011/06/07/%CE%B7-%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%AF%CF%86%CE%B7%CE%BC%CE%B7-%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B1%CE%AF%CE%B1-%CF%80%CE%BF%CF%81%CF%86%CF%8D%CF%81%CE%B1-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%B5%CF%81%CE%BC%CE%B9%CF%8C%CE%BD%CE%B7/
(8) Κίτιο = πόλη της Κύπρου στη θέση της σημερινής Λάρνακας
(9) Κύπρις = επίθετο της Αφροδίτης από τον τόπο γέννησής της, την Κύπρο
(10) εναγισμοί = προσφορά θυσίας σε νεκρούς ή ήρωες
(11) στα πελάγη της θάλασσας = «ἁλός ἐν πελάγεσσι» ομηρική φράση, Οδύσσεια 5.335 
(12) Αμφιτρίτη = μία από τις πενήντα Νηρηίδες, θεά της θάλασσας, σύζυγος του Ποσειδώνα. Οι δυό τους είχαν μόνο ένα γιο, τον Τρίτωνα
(13) πελαγία πλαξ ή ποντία πλαξ = Η πλάκα της θάλασσας δεν είναι τίποτε άλλο παρά η απέραντη και μονότονη βαθυπέλαγη επιπεδότητά της


Βασιλική Χριστοπούλου
Αρχαιολόγος ΜΑ







0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου