Page Nav

HIDE

Gradient Skin

Gradient_Skin

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ :

latest

Η «Δόξα» με τα πόδια γυμνά

«Η Δόξα» (1898) του Νικολάου Γύζη, της συλλογής Δημήτρη Γκέρτσου, όπως δωρήθηκε στην Προεδρία της Ελληνικής Δημοκρατίας (Φεβρουάριος 2021). ...

Η «Δόξα» με τα πόδια γυμνά
«Η Δόξα» (1898) του Νικολάου Γύζη, της συλλογής Δημήτρη Γκέρτσου, όπως δωρήθηκε στην Προεδρία της Ελληνικής Δημοκρατίας (Φεβρουάριος 2021).

Ο Νικόλαος Γύζης (1842-1901) ποτέ δεν απαρνήθηκε τη «Δόξα» του. Ακόμη κι όταν το έργο έγινε κοροϊδευτικό στιχάκι σε σατιρικό ποίημα της εποχής, εκείνος δεν κουράστηκε να επαναλαμβάνει ότι τη συγκαταλέγει στα «ωραιότερα και ανώτερα» έργα του. Ομως ορισμένα από τα σχόλια που ακολούθησαν την παρουσίαση της «Δόξας των Ψαρών» –όπως ήταν ο πλήρης τίτλος του έργου– στην αθηναϊκή έκθεση του 1899, τον πίκραναν. «Το στομάχι της δυστυχισμένης μας Πατρίδος από την εποχή του Περικλέους δεν είναι πλέον τοιούτον, διά να χωνεύη πνευματικά έργα, της αρέσουν ζαχαράτα και τα όμοια», έγραψε τη 1η Οκτωβρίου 1899 προς τον φίλο του Γεώργιο Νάζο.

«Το κοινό της Αθήνας δεν ήταν εξοικειωμένο τότε με αυτή τη ζωγραφική, με έναν πίνακα απολύτως συμβολικό», μας εξηγεί η ιστορικός τέχνης και επιμελήτρια της Εθνικής Πινακοθήκης Μαρία Κατσανάκη. «Υπήρξε κάποια αποδοχή, αλλά και έντονες αντιδράσεις. Ακόμη και όσοι δεν έκριναν τον πίνακα με εικαστικούς όρους, άσκησαν φιλολογική κριτική σχολιάζοντας ότι ο ζωγράφος δεν απεικόνισε με ακρίβεια τους στίχους του εθνικού ποιητή».


Η «Δόξα» με τα πόδια γυμνά
Ο Νικόλαος Γύζης στο εργαστήριό του. Φωτογραφία του Ελίας φαν Μπόμελ.

Η συζήτηση με την ιστορικό τέχνης γίνεται με αφορμή την έκδοση του βιβλίου της «Η Δόξα του Νικόλαου Γύζη» (Μουσείο Μπενάκη, με την αποκλειστική χορηγία Δημ. Γκέρτσου), μιας εμπεριστατωμένης μελέτης 66 σελίδων με πλούσιο οπτικό υλικό. Στο βιβλίο η συγγραφέας ιχνηλατεί το πλαίσιο και τη διαδικασία δημιουργίας αυτού του εμβληματικού πίνακα, ενός από τα σπουδαιότερα έργα του Γύζη: Η αγέρωχη γυναικεία μορφή με το επιβλητικό παράστημα αποτελεί την ενσάρκωση της Δόξας του Διονυσίου Σολωμού. Ο τίτλος του πίνακα και το θέμα του είναι εμπνευσμένα από το επίγραμμα «Η καταστροφή των Ψαρών» (1825) και σήμερα πλέον αναγνωρίζεται ως έργο με μεγάλη συμβολική σημασία για τη χώρα, από τις πλέον αναγνωρίσιμες παραστάσεις που συνδέονται με την εικονογραφία της Επανάστασης. Στο βιβλίο εξετάζεται η δημιουργία της «Δόξας» σε σχέση με τις ιστορικές εξελίξεις στην Ελλάδα και σε συνάρτηση με τα καλλιτεχνικά ρεύματα στην Ευρώπη την ίδια εποχή. Παράλληλα, η συγγραφέας ανασυνθέτει τα βήματα του πίνακα από τη «γέννησή» του στο εργαστήριο του Νικολάου Γύζη στο Μόναχο, λίγο πριν από την εκπνοή του 19ου αιώνα, μέχρι την απόκτησή του από τους προγόνους του Δημητρίου Γκέρτσου το 1928.


Η «Δόξα» με τα πόδια γυμνά
«Η Δόξα», παστέλ σε χαρτί. Εθνική Πινακοθήκη – Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου.

«Το έργο αυτό με συγκινεί βαθιά», λέει η κυρία Κατσανάκη. «Πρόκειται για τη συνάντηση ενός κορυφαίου ζωγράφου με έναν μεγάλο ποιητή. Ο πίνακας δίνει μορφή σε μια ιδέα και έχει ταυτιστεί με την ενσάρκωση της αιώνιας Ελλάδας, που αδάμαστη πορεύεται προς το μέλλον. Κοιτάζοντας το έργο, ο θεατής αισθάνεται τον δυνατό αιγαιοπελαγίτικο άνεμο που ωθεί τη γυναίκα προς τα εμπρός. Το πρόσωπό της είναι σοβαρό, το βλέμμα στοχαστικό, ο βηματισμός ρωμαλέος μολονότι τα πόδια είναι γυμνά. Μέσα στον συννεφιασμένο ουρανό, το κεφάλι περιβάλλεται με φως. Ο ζωγράφος επικρίθηκε στην εποχή του για τη βλοσυρότητα της γυναικείας μορφής: οι προσδοκίες των θεατών επιζητούσαν μια πιο ροδαλή και χαριτωμένη φυσιογνωμία. Ο ίδιος όμως υπερασπίστηκε το έργο σθεναρά. Ο πίνακας ανήκει στην τελευταία καλλιτεχνική του περίοδο και δημιουργήθηκε μετά το τελευταίο ταξίδι του στην Ελλάδα, το 1895. “Φεύγων δια το Μόναχον έκλεισα την Ελλάδα εις τα μάτια μου και την έβλεπα κάθε ημέραν μεγαλύτερη”, έγραψε το 1898 σε συγγενικά του πρόσωπα».

Από τις 8 Φεβρουαρίου «Η Δόξα» ανήκει στην Προεδρία της Δημοκρατίας, μετά τη δωρεά του προηγούμενου κατόχου της Δημήτρη Γκέρτσου.

Παράλληλα, παρουσιάζεται στην έκθεση «1821. Πριν και Μετά», η οποία φιλοξενείται στο Μουσείο Μπενάκη Πειραιώς 138.


Πηγή: Μ. Βασιλειάδου, Καθημερινή



Δεν υπάρχουν σχόλια