Η αρχαιολογική έρευνα έχει αποκαλύψει τη χρονολογία ίδρυσης, όχι όμως τον κτήτορα και τους λόγους της εγκατάλειψης. «Το κύριο χαρακτηριστικό...
Η αρχαιολογική έρευνα έχει αποκαλύψει τη χρονολογία ίδρυσης, όχι όμως τον κτήτορα και τους λόγους της εγκατάλειψης. «Το κύριο χαρακτηριστικό του ήταν η πενία», λέει ο αρχαιολόγος, Κώστας Τσουρής.
Στα τέλη του 12ου αιώνα, Φράγκοι και Βενετοί, στο πλαίσιο της Δ΄ Σταυροφορίας, επιτέθηκαν στην Κωνσταντινούπολη, λεηλάτησαν την πόλη και κατακερμάτισαν τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, βαθαίνοντας το σχίσμα μεταξύ της Ορθόδοξης Ανατολής και της Ρωμαιοκαθολικής Δύσης. Η ορθόδοξη εκκλησία βλέποντας την καταιγίδα που ερχόταν έστησε μικρά ορθόδοξα μοναστικά συγκροτήματα σε μια προσπάθεια να τονώσει το θρησκευτικό αίσθημα των Χριστιανών.
Ένα από αυτά αποκαλύφθηκε στην κορυφή του Κορύλοβου, του χαμηλού βουνού, με υψόμετρο περίπου 500 μέτρα που αποτελεί τη νότια απόληξη του Φαλακρού Όρους στη Δράμα. Η αρχαιολογική έρευνα των τελευταίων πολλών χρόνων έδειξε πως το μοναστήρι και το καθολικό του οικοδομήθηκαν το 1193/1194 και φέρεται να ήταν αφιερωμένο στον Σωτήρα Χριστό.
«Ανήκε την πλειοψηφία των βυζαντινών μοναστηριών, που είχαν συνηθισμένη έκταση, μεσαία ή μικρή, με περιορισμένο αριθμό κτηρίων και μικρό αριθμό μοναχών. Δεν μπορεί να γίνει καμία σύγκριση με τα περιώνυμα μεγάλα, γνωστά αυτοκρατορικά και μη, μοναστικά ιδρύματα της Βασιλεύουσας πόλης ή της βυζαντινής περιφέρειας (Δαφνί, Όσιος Μελέτιος Κιθαιρώνα, Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος Πάτμου). Το κύριο χαρακτηριστικό του Δραμινού καθολικού είναι η πενία», αναφέρει ο αρχαιολόγος, Ομότιμος Καθηγητής Βυζαντινής Αρχαιολογίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης, Κώστας Τσουρής.
Οι ανασκαφές διαρκούν εδώ και αρκετά χρόνια, φωτίζοντας πτυχές της ιστορίας αυτού του μικρού μοναστηριού, το οποίο διέθετε λιτά κτήρια και λίγους μοναχούς, ενώ όπως φαίνεται εγκαταλείφθηκε σταδιακά και καταχώθηκε με το πέρασμα του χρόνου. Δεδομένου μάλιστα ότι από τις ανασκαφές δεν προέκυψαν στοιχεία βίαιης φυσικής η ανθρωπογενούς καταστροφής (φωτιά, σεισμός, λεηλασία, κ.ά.) η εκτίμηση των αρχαιολόγων είναι πως εγκαταλείφθηκε από τους μοναχούς και τους πιστούς, οι οποίοι επέλεξαν ένα μεγαλύτερο μοναστήρι. Επιπλέον το σημείο όπου ανεγέρθηκε, στην κορυφή του Κορύλοβου το έκανε την εποχή εκείνη δύσκολα προσβάσιμο, καθώς δεν υπήρχαν δρόμοι και η ανάβαση ως εκεί ήταν μια επίπονη διαδικασία. Για τον λόγο αυτό μάλιστα, επειδή δηλαδή δεν κυκλοφορούσαν πολλοί άνθρωποι στο σημείο, τα αρχιτεκτονικά του μέλη δεν αποσπάστηκαν για επανάχρηση.
«Το καθολικό ήταν μικρή, μονόχωρη, ξυλόστεγη εκκλησία με αψίδα, τρίπλευρη εξωτερικά και ημικυκλική εσωτερικά. Τα γλυπτά που κατασκευάστηκαν γι΄αυτήν ήταν πολύ καλής ποιότητας, ενώ η εκκλησία διακοσμήθηκε με τοιχογραφίες», σημειώνει ο κ. Τσουρής.
Η πρώτη αυτοψία στο βυζαντινό μοναστήρι έγινε τον Απρίλιο του 1976 από την τότε 12η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων Καβάλας, ενώ οι σωστικές ανασκαφές που έφεραν στο φως και τα πρώτα ερείπια του συγκροτήματος ξεκίνησαν το καλοκαίρι του 2000, από την αρχαιολόγο Χρύσα Μυρσίνογλου και με την επίβλεψη του Κώστα Τσουρή.
Η έρευνα έλυσε το ζήτημα της χρονολόγησης, όχι όμως και του κτήτορα του μοναστηριού. Όπως εξηγεί ο κ. Τσουρής χτίστηκε στο τέλος της Μεσοβυζαντινής περιόδου, κατά τη βασιλεία των Αγγέλων (σ.σ. ο Οίκος των Αγγέλων ήταν επιφανής Βυζαντινή οικογένεια η οποία ανέδειξε τρεις Αυτοκράτορες), η οποία διήρκησε για 20 χρόνια. Η ανέγερσή της συμπίπτει με τη βασιλεία του αυτοκράτορα Ισσακίου του Β΄ του Αγγέλου που βασίλεψε από το 1185 μέχρι το 1195, εκθρονίστηκε και επανήλθε στον θρόνο το 1203 και για έναν χρόνο.
Όμως το ερώτημα παραμένει, ποιος μπορεί να οικοδόμησε ένα μικρό μοναστήρι στην Κορυφή του Κορύλοβου με θέα στην πόλη και στον κάμπο της Δράμας; Ο κ. Τσουρής εκτιμά ότι ήταν ντόπιοι Χριστιανοί, όχι ιδιαίτερα ευκατάστατοι, όπως άλλωστε μαρτυρά το μέγεθος και τα οικοδομικά υλικά του κτίσματος. Η ανέγερσή του έγινε για να υπηρετήσει τα λατρευτικά καθήκοντα των κατοίκων της Δράμας και της γύρω περιοχής, ενώ δεν είναι ακόμη γνωστό αν ήταν γυναικείο ή ανδρικό μοναστήρι. Ήταν πάντως σίγουρα αφιερωμένο στον Σωτήρα Χριστό.
Σημαντικό εύρημα αποτελεί η κτητορική επιγραφή, η οποία βρέθηκε στη δυτική είσοδο του νάρθηκα και έξω από αυτόν και αποτελείται από έξι κομμάτια. Είναι δίστιχη και συμπληρωμένη διαβάζεται ως εξής: Ἀνεκενήσθη ὁ πάνσεπτος ναὸς τοῦ κυρίου κὲ θ(εο)ῦ κὲ σωτῆρος ἡμῶν Ἰ(ησο)ῦ Χ[(ριστο)ῦ] ἐπὶ τῆς βασ[ιλεί]ας · Ἰσαακίου μεγάλου βασιλέως καὶ αὐτωκράτωρος Ῥωμαίων τοῦ Ἀγγέ[λου ἔτους]͵ ςψβ΄+.
«Από τη μελέτη των αρχιτεκτονικών κατάλοιπων προκύπτει ότι το κτίσμα οικοδομήθηκε σε δύο κατασκευαστικές –στην πραγματικότητα– φάσεις. Η πρώτη, η αρχική, είναι ο κυρίως ναός. Η δεύτερη είναι ο νάρθηκας, που προστέθηκε το έτος 1193 ή 1194 σύμφωνα με την επιγραφή. Πέραν αυτών των δύο φάσεων δεν διαπιστώθηκε άλλη, τουλάχιστον σε όσο βάθος έφτασε η έρευνα», τονίζει ο κ. Τσουρής.
Ο γλυπτός διάκοσμος που αποκαλύφθηκε φέρει φυτικά θέματα και σταυρούς. Ελισσόμενοι φυλλοφόροι βλαστοί, καρδιόσχημα ανθέμια και σταυροί τύπου Μάλτας, αποτελούν διαχρονικά δημοφιλή κοσμήματα της βυζαντινής γλυπτικής. Από τα κινητά ευρήματα ξεχωρίζουν 6 μικρά κομμάτια γυάλινων αγγείων, 12 σιδερένια καρφιά και ένα κομμάτι από σιδερένιο αδιάγνωστο αντικείμενο, σπαράγματα του τοιχογραφικού διάκοσμου και κεραμική με αβαφή και ακόσμητα όστρακα, καθώς και λίγα εφυαλωμένα του 14ου και του 15ου αιώνα.
Η έρευνα δεν έλυσε ούτε το μυστήριο πότε εγκαταλείφθηκε το μικρό μοναστήρι, αν δηλαδή η αποχώρηση των μοναχών και η ερήμωση του χώρου προηγείται, συμπίπτει ή έπεται της οθωμανικής κατάκτησης. Πόσα χρόνια ήταν σε συνεχή χρήση και τι ήταν αυτό που ανάγκασε μοναχούς και πιστούς να επιλέξουν ένα άλλο μοναστήρι και όχι αυτό που ήταν αφιερωμένο στη λατρεία του Σωτήρος Χριστού, στην κορυφή του Κορύλοβου. «Πάντοτε με την προϋπόθεση ότι διαβάζουμε σωστά τα ευρήματα της ανασκαφής, έχουμε την άποψη ότι η εγκατάλειψη μάλλον προηγήθηκε της οθωμανικής κατάκτησης», δηλώνει ο κ. Τσουρής. Κι αυτός είναι ένας επιπλέον λόγος που η αρχαιολογική έρευνα είναι ένα συναρπαστικό ταξίδι στον χώρο και στον χρόνο.
* Η αναλυτική και εμπεριστατωμένη μελέτη του Κώστα Τσουρή και της Επίτιμης Εφόρου Αρχαιοτήτων Ευαγγελίας Παπαθεοφάνους-Τσουρή με τίτλο «Ανασκαφή μοναστηριού του 12ου αιώνα στον Κορύλοβο Δράμας», δημοσιεύεται στον τόμο 41, «Βυζαντινά», του Κέντρου Βυζαντινών Ερευνών του ΑΠΘ, που εκδόθηκε πριν από λίγες μέρες. Οι εκδόσεις του Κέντρου Βυζαντινών Ερευνών ΑΠΘ πωλούνται στο βιβλιοπωλείο του Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης (Τσιμισκή 11, Θεσσαλονίκη), καθώς και σε βιβλιοπωλεία σε όλη την Ελλάδα.
** Οι φωτογραφίες είναι από το αρχείο του Αρχαιολογικού Μουσείου Δράμας
Πηγή: Μ. Ριτζαλέου, Voria
![[headerImage] Δράμα: Τα μυστήρια που κρύβει ένα μικρό μοναστήρι του 12ου αιώνα αφιερωμένο στον Σωτήρα Χριστό](https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEjyWxSEe6PXGbFwh6XB5wC3nNIoOWmi8wwKG8L-2pszhp5jEf4FzGBREOuQLKJD8kQV1wvn6BoyYqAxPF_h8ICAK9AqowpYbpq_0PAcSwT8Yt7puCdtq97DwMBcrlLLcF2ijsS_S0-rIr5UY2KXC5TF1mutfFurEVzKEGfuNvCyALB9ubjj5PnfVQAz58o/s1600/Drama_Monastiri.webp)





Δεν υπάρχουν σχόλια