Το Σάββατο 9 Μαΐου στις 16:00, το ARTEX Centre και το Μουσείο Μπενάκη παρουσιάζουν το εργαστήριο «Ίχνη Υφασμάτων», ένα συμμετοχικό πρόγραμμα...
Το Σάββατο 9 Μαΐου στις 16:00, το ARTEX Centre και το Μουσείο Μπενάκη παρουσιάζουν το εργαστήριο «Ίχνη Υφασμάτων», ένα συμμετοχικό πρόγραμμα δημόσιας αρχαιολογίας αφιερωμένο στην αρχαιολογία του υφάσματος.
“Ίχνη Υφασμάτων” στο Μουσείο Μπενάκη
Πώς διαβάζουμε διαδικασίες που δεν σώζονται πια.
Το εργαστήριο «Ίχνη Υφασμάτων» προτείνει έναν τρόπο να προσεγγίσουμε την αρχαιολογία του υφάσματος όχι μέσα από έτοιμες απαντήσεις, αλλά μέσα από ίχνη, υλικά, διαδικασίες και πρακτική δοκιμή. Στόχος του δεν είναι η αναπαράσταση μιας τεχνικής, ούτε η δημιουργία ενός αντικειμένου, αλλά η κατανόηση του τρόπου με τον οποίο παράγεται αρχαιολογική γνώση όταν το ίδιο το ύφασμα σχεδόν δεν σώζεται.
Πώς διαβάζουμε κάτι που σχεδόν δεν σώζεται;
Όταν σκεφτόμαστε την αρχαιολογία, συνήθως φανταζόμαστε αντικείμενα: αγγεία, αγάλματα, κοσμήματα, εργαλεία. Αντικείμενα ορατά, αναγνωρίσιμα, υλικά. Η αρχαιολογία του υφάσματος λειτουργεί διαφορετικά.
Στα περισσότερα μουσεία, τα υφάσματα παραμένουν σχεδόν αόρατα ως αρχαιολογική κατηγορία. Ακόμη και όταν η παρουσία τους είναι καθοριστική για την κατανόηση ενός αντικειμένου ή μιας κοινωνίας, σπάνια σώζονται με τρόπο άμεσα αναγνωρίσιμο για το κοινό. Οι οργανικές ίνες αποσυντίθενται εύκολα και τα υφάσματα σώζονται σπάνια, συχνά μόνο αποσπασματικά, ως ίνες ή αποτυπώματα. Γι’ αυτό η αρχαιολογία του υφάσματος χρειάζεται να συνδυάσει διαφορετικά τεκμήρια, παρατηρήσεις και δοκιμές, ώστε να περάσει από το υλικό κατάλοιπο στις διαδικασίες παραγωγής, χρήσης και φθοράς που το αφορούν.
Αυτό σημαίνει ότι η γνώση δεν προκύπτει μόνο μέσα από την άμεση παρατήρηση ενός αντικειμένου, αλλά από τη σύνδεση και ερμηνεία πολλών διαφορετικών στοιχείων. Η αρχαιολογία του υφάσματος είναι, σε μεγάλο βαθμό, μια αρχαιολογία έμμεσων ενδείξεων και ερμηνευτικών συσχετισμών. Και ακριβώς γι’ αυτό, η αρχαιολογία του υφάσματος αποτελεί ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον πεδίο για τη δημόσια αρχαιολογία, επειδή απαιτεί ενεργή ερμηνεία και συσχέτιση, δηλαδή διαδικασίες που βρίσκονται στον πυρήνα της αρχαιολογικής σκέψης.
Από το αντικείμενο στη διαδικασία
Το εργαστήριο «Ίχνη Υφασμάτων» δεν οργανώνεται γύρω από την απλή παρουσίαση αντικειμένων ή τη μετάδοση πληροφοριών. Ο στόχος του δεν είναι να δείξει απλώς «πώς ύφαιναν οι αρχαίοι», ούτε να λειτουργήσει ως δραστηριότητα χειροτεχνίας. Αντίθετα, προτείνει έναν διαφορετικό τρόπο προσέγγισης της αρχαιολογικής γνώσης:
-από το αντικείμενο στη διαδικασία,
-από την παθητική παρατήρηση στην ερμηνευτική διερεύνηση,
-από την πληροφορία στην αρχαιολογική σκέψη.
Οι συμμετέχοντες δεν καλούνται απλώς να ακούσουν ή να παρακολουθήσουν. Καλούνται να αναζητήσουν, να συσχετίσουν και να ερμηνεύσουν.
Το εργαστήριο βασίζεται στη λογική της chaîne opératoire, δηλαδή στην κατανόηση των σταδίων, των τεχνικών επιλογών και των περιορισμών που συνθέτουν μια διαδικασία παραγωγής. Το ενδιαφέρον μετατοπίζεται από το «τι είναι αυτό το αντικείμενο» στο:
- «τι διαδικασία υποδεικνύει;»
- «τι απαιτούσε η κατασκευή του;»
- «τι ίχνη αφήνει πίσω της μια πρακτική που σχεδόν δεν σώζεται;»
Μαθαίνοντας να βλέπουμε αλλιώς
Η ξενάγηση και η διερεύνηση του μουσειακού χώρου λειτουργούν ως ενεργό πεδίο παρατήρησης. Οι συμμετέχοντες εκτίθενται σε ένα ετερογενές σύνολο στοιχείων, όπως εργαλεία, αναπαραστάσεις, υλικά ίχνη, αντικείμενα που αρχικά μοιάζουν ασύνδετα μεταξύ τους.
Αντί να τους δοθούν έτοιμες απαντήσεις, καλούνται να εντοπίσουν μόνοι τους ποια στοιχεία μπορεί να συνδέονται με την παραγωγή υφάσματος και γιατί. Η αναγνώριση προηγείται της επιβεβαίωσης. Το εργαστήριο δημιουργεί έτσι έναν χώρο «ελεγχόμενης αβεβαιότητας», όπου η ερμηνεία διαμορφώνεται σταδιακά μέσα από την παρατήρηση, τη σύγκριση και τη συσχέτιση δεδομένων.
Η διαδικασία αυτή συνδέεται με αυτό που ονομάζουμε υλικό εγγραμματισμό, την ικανότητα δηλαδή να «διαβάζουμε» υλικά, τεχνικές και διαδικασίες ως φορείς πληροφορίας. Η σημασία ενός ευρήματος δεν βρίσκεται πάντοτε στο ίδιο το αντικείμενο, αλλά στις σχέσεις που μπορεί να αποκαλύψει, μεταξύ υλικών και τεχνικών, εργαλείων και χρήσης ή ίχνους και διαδικασίας.
Η εμπειρία ως τρόπος κατανόησης
Το βιωματικό στοιχείο του εργαστηρίου δεν λειτουργεί ως συμπληρωματική δραστηριότητα. Αντιθέτως, η εμπειρία αποτελεί μέρος της ίδιας της ερμηνευτικής διαδικασίας. Μέσα από την επαφή με πρώτες ύλες, εργαλεία και βασικές τεχνικές, οι συμμετέχοντες έρχονται αντιμέτωποι με την αντίσταση των υλικών, τη χρονική διάρκεια των διαδικασιών, τη σωματική επανάληψη της εργασίας, τους τεχνικούς περιορισμούς που διαμορφώνουν τις επιλογές. Έτσι το σώμα λειτουργεί ως εργαλείο κατανόησης.
Στόχος δεν είναι η εκμάθηση μιας τεχνικής, αλλά η κατανόηση του τι σημαίνει να παράγεται κάτι τέτοιο, πόσο χρόνο απαιτεί, τι δεξιότητες προϋποθέτει, ποιους περιορισμούς ενσωματώνει και ποιες επιλογές επιτρέπει ή αποκλείει. Η πρακτική δοκιμή επιτρέπει τη σύνδεση των αρχαιολογικών ιχνών με τις υλικές και τεχνικές συνθήκες που τα παρήγαγαν. Έτσι, η παραγωγή παύει να γίνεται αντιληπτή ως αφηρημένη τεχνική γνώση και προσεγγίζεται ως εμπειρία χρόνου, ύλης και περιορισμών.
Δύο παράλληλες διαδικασίες
Στην καρδιά του εργαστηρίου αναπτύσσονται ταυτόχρονα δύο διαφορετικές αλλά συνδεδεμένες μορφές chaîne opératoire. Η πρώτη αφορά την ίδια την παραγωγή του υφάσματος:
ίνες → νήμα → ύφασμα
Η δεύτερη αφορά την παραγωγή της αρχαιολογικής γνώσης:
ίχνος → παρατήρηση → ερμηνεία → ανασύνθεση
Το εργαστήριο φέρνει αυτές τις δύο διαδικασίες σε παράλληλη ανάπτυξη. Οι συμμετέχοντες δεν έρχονται σε επαφή μόνο με το πώς κατασκευάζεται ένα ύφασμα, αλλά και με το πώς η αρχαιολογία μετατρέπει αποσπασματικά ίχνη σε γνώση.
Γιατί έχει σημασία σήμερα;
Η κατανόηση της παραγωγής αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τα αντικείμενα. Όταν η προσοχή μετατοπίζεται από το τελικό προϊόν στη διαδικασία δημιουργίας του, αρχίζουν να γίνονται ορατά στοιχεία που συχνά παραμένουν αόρατα, όπως ο χρόνος, η εργασία, οι υλικοί περιορισμοί, η τεχνική γνώση και η σχέση ανθρώπου και ύλης.
Το εργαστήριο δεν επιδιώκει να μεταδώσει κάποιο ηθικό μήνυμα γύρω από τη βιωσιμότητα ή την κατανάλωση. Ωστόσο, η σύνδεση με το παρόν προκύπτει φυσικά όταν η παραγωγή γίνεται αντιληπτή όχι μόνο ως πληροφορία, αλλά και ως σωματική και αισθητηριακή εμπειρία.
Ένα διαφορετικό μοντέλο δημόσιας αρχαιολογίας
Το εργαστήριο προτείνει ένα διαφορετικό μοντέλο δημόσιας αρχαιολογίας, στο οποίο η συμμετοχή δεν σημαίνει ελεύθερη ή αυθαίρετη ερμηνεία, αλλά καθοδηγούμενη εμπλοκή σε μια διαδικασία αρχαιολογικής σκέψης.
Το στοιχείο που διαφοροποιεί το πρόγραμμα δεν είναι μόνο ότι φέρνει την αρχαιολογική σκέψη πιο κοντά στο κοινό, αλλά ότι το κάνει μέσα από την ειδική περίπτωση της αρχαιολογίας του υφάσματος. Πρόκειται για ένα πεδίο που σπάνια παρουσιάζεται στα μουσεία ως αυτοτελής τρόπος ερμηνείας, παρότι συνδέεται με βασικές πτυχές της αρχαίας ζωής, την εργασία, την τεχνολογία, τα συστήματα παραγωγής, την οργάνωση της καθημερινής ζωής και τις υλικές συνθήκες του παρελθόντος. Με αυτή την έννοια, το εργαστήριο δεν προσθέτει απλώς μια ακόμη θεματική στη μουσειακή εμπειρία, αλλά εισάγει έναν διαφορετικό τρόπο ανάγνωσης των εκθεμάτων μέσα από τα ερωτήματα, τις μεθόδους και τις δυσκολίες της αρχαιολογίας του υφάσματος.
Ο ειδικός δεν αποσύρεται από τη διαδικασία, αλλά οργανώνει το πλαίσιο της διερεύνησης, εισάγει τα επιστημονικά εργαλεία της ερμηνείας και συμβάλλει στη μετατροπή της παρατήρησης σε τεκμηριωμένη αρχαιολογική γνώση Οι συμμετέχοντες δεν αντιμετωπίζονται ως παθητικοί αποδέκτες πληροφορίας, αλλά ως ενεργά υποκείμενα μέσα σε ένα δομημένο πλαίσιο διερεύνησης.
Με τον τρόπο αυτό, το εργαστήριο μετατοπίζει το ενδιαφέρον από την «εκμάθηση της αρχαιολογίας» προς την αρχαιολογική σκέψη και και προσεγγίζει το μουσείο όχι μόνο ως χώρο παρουσίασης αντικειμένων, αλλά ως χώρο ερμηνείας, ενεργής διερεύνησης και, τελικά, παραγωγής αρχαιολογικής γνώσης.
Ένα εργαστήριο που χτίζεται από πολλά χέρια
Ένα πρόγραμμα σαν αυτό, βέβαια, δεν χτίζεται από έναν άνθρωπο μόνο. Όπως και η ίδια η υφαντουργική εργασία υπήρξε ιστορικά συλλογική, έτσι και η μελέτη και ανασύνθεσή της βασίζεται σε πολλά χέρια, διαφορετικές εμπειρίες και κοινότητες γνώσης.
Η ανάπτυξη και προετοιμασία του εργαστηρίου στηρίχθηκε στη συμβολή ανθρώπων που υποστήριξαν το εγχείρημα μέσα από τον δανεισμό υλικών, την ανταλλαγή γνώσης και την πρακτική υποστήριξη της υλοποίησης.
Ευχαριστούμε τη Μαρία Γρηγορίου και τον Αργύρη Μουντζούρη (Μουσείο της Κάνναβης) για τις πρώτες ύλες και τα εργαλεία που μας δώρισαν και μας δάνεισαν. Ιδιαίτερες ευχαριστίες οφείλονται στη δρ Καλλιόπη Σαρρή, αρχαιολόγο με πολυετή εμπειρία στην πειραματική αρχαιολογία, η οποία όχι μόνο μας δανείζει εργαλεία και πρώτες ύλες, αλλά συμμετέχει και στο εργαστήριο παρουσιάζοντας τεχνικές και δικά της αντίγραφα αρχαίων αντικειμένων που χρησιμοποιούνται στην ανασύνθεση της υφαντικής πρακτικής.
Το θεωρητικό και ερμηνευτικό πλαίσιο του εργαστηρίου αναπτύχθηκε από τη Λία Ανδρεάκου και τη Στέλλα Σπαντιδάκη και υλοποιείται στο πλαίσιο της συνεργασίας του ARTEX Centre– Κέντρου Έρευνας και Συντήρησης Αρχαιολογικού Υφάσματος με το Μουσείο Μπενάκη. Η συνεργασία αυτή συνδέει την αρχαιολογική έρευνα, τη συντήρηση, τη μουσειακή εμπειρία και τη δημόσια αρχαιολογία μέσα από ένα κοινό ερμηνευτικό πλαίσιο.
Ενδεικτική Βιβλιογραφία
Textile Archaeology & Indirect Evidence
Spantidaki, S. (2016) Textile Production in Classical Athens. Oxford: Oxbow Books.
Barber, E. J. W. (1991). Prehistoric Textiles: The Development of Cloth in the Neolithic and Bronze Ages. Princeton: Princeton University Press.
Gleba, M. and Mannering, U. (eds.) (2012). Textiles and Textile Production in Europe: From Prehistory to AD 400. Oxford: Oxbow Books.
Andersson Strand, E. (2012). ‘The Textile Chaîne Opératoire: Using a Multidisciplinary Approach to Textile Archaeology’, in Gleba, M. and Mannering, U. (eds.), Textiles and Textile Production in Europe. Oxford: Oxbow Books.
Experiential & Experimental Archaeology
Ulanowska, A. (2017). ‘Experience, Skill and the Chaîne Opératoire: Experimental Textile Archaeology’. EXARC Journal, 2017/2.
https://exarc.net/issue-2017-2/ea/experience-skill-and-chaine-operatoire...
Ulanowska, A. et al. (2018). ‘Between Craft and Science: Textile Studies and Experimental Archaeology’. Open Archaeology, 4, pp. 1–14.
https://doi.org/10.1515/opar-2018-0001
Grömer, K. (2016). The Art of Prehistoric Textile Making: The Development of Craft Traditions and Clothing in Central Europe. Budapest: Archaeolingua.
Public Archaeology & Participation
Moshenska, G. (2017). Introduction to Public Archaeology. London: UCL Press.
https://doi.org/10.2307/j.ctt1ww3v81
Merriman, N. (2004). Public Archaeology. London: Routledge.
Materiality & Material Literacy
Ingold, T. (2013). Making: Anthropology, Archaeology, Art and Architecture. London: Routledge.
Πηγή: ARTEX
![[headerImage] “Ίχνη Υφασμάτων” στο Μουσείο Μπενάκη](https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEiDwbwDJvY_05HuqkyAIUsQsKT4KzGc8za-PzrAghixZTbjEt9SQ0DCbvfQ5t790FxtasdSl5GHSA_h2FYjpqbD4j9k8RjG0CMsRCW35GbsPxM6zjzNsgvDdJPM4zkm7bdmU_ocqGxSNxLdgvNpdxkfjkjd9K3luc1QPswL7hX5__vrLW84nrowXCF9vvo/s1600/Benaki_IxniYfasmaton.png)
Δεν υπάρχουν σχόλια