Page Nav

HIDE
HIDE_BLOG

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ:

latest

Στις όχθες της Χούλα 800.000 χρόνια πριν...

Πολύ πριν τα υψίπεδα του Γκολάν αποκτήσουν την τωρινή ονομασία τους και γίνουν αντικείμενο διεκδικήσεων, οι νομάδες της Κατώτερης Πα...


Στις όχθες της Χούλα 800.000 χρόνια πριν...

Πολύ πριν τα υψίπεδα του Γκολάν αποκτήσουν την τωρινή ονομασία τους και γίνουν αντικείμενο διεκδικήσεων, οι νομάδες της Κατώτερης Παλαιολιθικής επέστρεφαν ξανά και ξανά στις όχθες της αρχαίας λίμνης Χούλα, στο σημερινό Ισραήλ, όπου έβρισκαν νερό, τροφή και άφθονες πρώτες ύλες για τα εργαλεία τους. 

Δεν γνωρίζουμε ποιοι ήταν ή πως έμοιαζαν, ξέρουμε όμως πως είχαν αναπτύξει σε εκπληκτικό βαθμό τις τεχνολογίες της εποχής τους: Επεξεργάζονταν μεθοδικά το βαλσάτη και το ξύλο κατασκευάζοντας εργαλεία, συνέλεγαν μια τεράστια ποικιλία φυτών και καρπών, ψάρευαν, κυνηγούσαν  και, το σημαντικότερο, είχαν ήδη αποκτήσει τον έλεγχο της φωτιάς. Σχεδόν 800 χιλιάδες χρόνια αργότερα, η μελέτη των ευρημάτων από την ανασκαφή στο Gesher Benot Ya'aqov (GBY), στην κοιλάδα του ποταμού Ιορδάνη, εξακολουθεί να γεμίζει θαυμασμό τους αρχαιολόγους, καθώς καταδεικνύει ότι οι πρόγονοι μας διέθεταν κοινωνική οργάνωση και πολύτιμη τεχνογνωσία πολύ νωρίτερα από ότι πιστεύαμε παλαιότερα.

Aπό το 1987 και για σχεδόν μία δεκαετία, η Naama Goren-Inbar, σήμερα ομότιμη καθηγήτρια αρχαιολογίας του Εβραϊκού Πανεπιστημίου της Ιερουσαλήμ και αναγνωρισμένη ως κορυφαία στον τομέα της, υπήρξε επικεφαλής των ερευνών στο Gesher Benot. Μετά την ολοκλήρωση της ανασκαφής, η ίδια και οι συνεργάτες της αφοσιώθηκαν στη μελέτη, τεκμηρίωση και δημοσίευση των ευρημάτων τους και μέχρι σήμερα συνεχίζουν να ανατρέπουν τα δεδομένα σχετικά με την εξέλιξη του ανθρώπινου είδους. Λίγες μέρες πριν επισκεφθεί την Αθήνα στο πλαίσιο ενός νέου σεμιναρίου παλαιολιθικής αρχαιολογίας, η κ. Goren-Inbar μιλά στην «Κ» για το έργο της ομάδας της, τη σημασία της έρευνας στο GBY και την ελπίδα της πως το ευρύ κοινό θα αρχίσει να δείχνει μεγαλύτερο ενδιαφέρον για έναν επιστημονικό κλάδο, που σπανίως τραβά τα φώτα της δημοσιότητας παρότι είναι επιφορτισμένος με μία τόσο σημαντική αποστολή: Να εντοπίσει τα κομμάτια που συνθέτουν την κοινή ιστορία ολόκληρης της ανθρωπότητας. Γι' αυτό το λόγο, άλλωστε, η διακεκριμένη αρχαιολόγος δέχτηκε πρόθυμα να εγκαινιάσει με την παρουσία της την πρωτοποριακή για τα ελληνικά δεδομένα σειρά διαλέξεων, που συνδιοργανώνουν τα Τμήματα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και του Πανεπιστημίου Κρήτης.

Φτάνοντας για πρώτη φορά στο Gesher Benot Ya'aqov, η καθ. Goren-Inbar δεν υποψιαζόταν ότι η δουλειά της εκεί επρόκειτο να αποτελέσει ορόσημο όχι μόνο για τη σταδιοδρομία της, αλλά και για την παγκόσμια αρχαιολογία. «Περίμενα να βρω μία καλοδιατηρημένη αρχαιολογική θέση. Δεν είχα ιδέα ότι είχε παραμείνει βυθισμένη στο νερό, γεγονός που επέτρεψε την εξαιρετική διατήρηση ανόργανων και οργανικών καταλοίπων», αναφέρει. Η μοναδικότητα του GBY  έγκειται ακριβώς στο ότι οι ιδιαίτερες ταφονομικές συνθήκες επέτρεψαν τη διατήρηση πλήθους οργανικών ευρημάτων, τα οποία σπανίζουν σε θέσεις τόσο παλιές - και όχι, για παράδειγμα, στο ότι οι ανθρωπίδες της περιοχής ήταν πιο προηγμένοι από τους συγχρόνους τους σε άλλα μέρη. «Χάρη στις ιδιαίτερες συνθήκες και στο γεγονός ότι το αρχικό υπόστρωμα είχε παραμείνει αδιατάρακτο, φέραμε στο φως πάνω από 15 αρχαιολογικά στρώματα. Μόνο το σημείο που ερευνήσαμε, το οποίο αποτελεί τμήμα μιας πολύ ευρύτερης έκτασης, απέδωσε ευρήματα από μία περίοδο 100.000 χρόνων. Ουσιαστικά, τα αντικείμενα παρέμειναν ακριβώς στις θέσεις, που τα άφησαν οι χρήστες τους πριν από εκατοντάδες χιλιετίες».

Η εγκατάσταση στις νότιες ακτές της ρηχής λίμνης Χούλα, στη σημερινή όχθη του Ιορδάνη, ξεκίνησε πριν από περίπου 780.000 χρόνια. Αν και δεν ήταν μόνιμη, φαίνεται ότι οι ανθρωπίδες επέστρεφαν συστηματικά στον τόπο με την πλούσια βλάστηση, την ποικιλία εδώδιμων υλών και τη σταθερή παρουσία γλυκού νερού. Σύμφωνα με την Ισραηλινή αρχαιολόγο, «από τα λίθινα εργαλεία τους μπορούμε με βεβαιότητα να συμπεράνουμε ότι κατάγονταν από την Αφρική», αν και δεν γνωρίζουμε για πόσο καιρό έμεναν εκεί, ούτε θα ήταν δόκιμο να χρησιμοποιήσουμε τον όρο «μετανάστευση» ή να υποστηρίξουμε πως η διαδρομή, που ακολουθούσαν, ήταν μονής κατεύθυνσης. «Μιλάμε απλώς για μετακινήσεις: καταλάμβαναν  ένα σημείο πάνω στο διάδρομο του Λεβάντε και ύστερα πήγαιναν σε ένα άλλο». Μπορούμε να συμπεράνουμε ότι «η αντιληπτική ικανότητα και η τεχνογνωσία τους ήταν ιδιαίτερα ανεπτυγμένες. Δεν έχουμε να κάνουμε με μη εξελιγμένα όντα, αλλά με ανθρωπίδες με ικανότητα προσαρμογής, συλλογική μνήμη, επιδεξιότητα στην κατασκευή μικροσκοπικών και μεγάλων αντικειμένων. Νομίζω ότι μπορούμε ακόμα να μιλήσουμε για κοινωνική οργάνωση και διαχωρισμό ρόλων: Από τις σύγχρονες κοινωνίες κυνηγών-συλλεκτών γνωρίζουμε ότι στη συλλογή καρπών πιθανότατα συμμετείχαν εξίσου ενεργά οι γυναίκες, τα παιδιά και οι ηλικιωμένοι. Ταυτόχρονα έχουμε ενδείξεις για συστηματικό κυνήγι μεγάλων θηλαστικών, όπως ελεφάντων και ιπποπόταμων». Επιπλέον, οι προϊστορικοί κάτοικοι του GBΥ επιδίδονταν στο ψάρεμα του τοπικού  είδους κυπρίνου, ενώ γνώριζαν πως να συλλέγουν και να επεξεργάζονται μία ποικιλία εδώδιμου νούφαρου, ακολουθώντας μία μέθοδο αντίστοιχη με αυτήν που παραμένει σε χρήση ως σήμερα σε περιοχές της Ινδίας. «Έχουμε τεκμηριώσει ότι αυτές οι δραστηριότητες συνεχίζονταν για τουλάχιστον 50.000 χρόνια».

Ωστόσο, η ανακάλυψη που έφερε το GBΥ στο διεθνές προσκήνιο ήταν τα παλαιότερα σωζόμενα ίχνη ελεγχόμενης χρήσης φωτιάς. «Βρήκαμε ίχνη σε κάθε στρώμα της ανασκαφής», υπογραμμίζει η διευθύντρια της έρευνας. «Δεν διαθέτουμε πολλά στοιχεία, αλλά αν έπρεπε να κάνω μία εκτίμηση θα έλεγα ότι ήρθαν από την Αφρική έχοντας ήδη κατακτήσει τον έλεγχο της φωτιάς. Τα ευρήματα μας μαρτυρούν πως το άναμμα της φωτιάς ήταν πλέον διαδικασία ρουτίνας και αναπόσπαστο κομμάτι της κουλτούρας τους», συνεχίζει, υποστηρίζοντας ότι οι ανθρωπίδες αυτοί θα πρέπει να είχαν αναπτύξει μιας μορφής γλωσσική επικοινωνία.

«Ορισμένοι ερευνητές συμφωνούν, άλλοι διαφωνούν. Κατά την άποψη μου, για να φέρουν εις πέρας τις σύνθετες δραστηριότητες της καθημερινής τους ζωής με το μακροπρόθεσμο σχεδιασμό που απαιτούσαν, δεν είναι δυνατόν να βασίζονταν αποκλειστικά στη μίμηση. Θα πρέπει με κάποιο τρόπο να έκαναν υποδείξεις ο ένας στον άλλο».

Η ομάδα της Νaama Goren-Inbar εγκατέλειψε το σημείο της ανασκαφής το 1997, έχοντας συγκεντρώσει υλικό για ολόκληρες δεκαετίες δημοσιεύσεων, όμως η αρχαιολόγος ελπίζει πως η νεώτερη γενιά θα αναλάβει τη συνέχιση του έργου της. «Πολλά έχουν να γίνουν ακόμα. Η θέση είναι τεράστια και εύχομαι να μην καταστραφεί. Ένα κομμάτι της υπέστη σοβαρές καταστροφές στη διάρκεια της αποστράγγισης του Ιορδάνη, το 1999». Πρόκειται, εξάλλου για μία «ευαίσθητη» γεωπολιτική περιοχή, η οποία βρίσκεται δίπλα στα διεκδικούμενα από τη Συρία υψίπεδα του Γκολάν και παραμένει ναρκοθετημένη. Η αρχαιολογική έρευνα θα μπορούσε ίσως να συμβάλλει στη δημιουργία διαλόγου μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, αναγνωρίζει η καθηγήτρια, σπεύδει εντούτοις να τονίσει ότι είναι υπέρμαχος του διαχωρισμού μεταξύ επιστήμης και πολιτικής. «Σήμερα, παρατηρούμε αυτό το όριο να καταργείται συστηματικά».

Φαίνεται ότι το Ισραηλινό κοινό δεν διαφέρει από το ελληνικό στο ότι είναι σαφώς πιο εξοικειωμένο με την αρχαιολογία των μεταγενέστερων χρόνων από ότι με την παλαιολιθική έρευνα. «Ο κόσμος εν πολλοίς δεν έχει ιδέα για τον πλούτο των παλαιολιθικών θέσεων που διαθέτουμε. Όταν μια ανακάλυψη σχετίζεται με ανθρωπίδες και σκελετικά κατάλοιπα, πάντοτε προσελκύει τα ΜΜΕ. Διαφορετικά περνάει απαρατήρητη», αναφέρει η κ. Goren-Inbar. 

Κατά συνέπεια, είναι αδιαμφισβήτητη η σημασία του σεμιναρίου, που διοργανώνουν- με πολλή όρεξη και μηδαμινό προϋπολογισμό- η Νένα Γαλανίδου και η Γεωργία Κουρτέση-Φιλιππάκη, αναπληρώτριες καθηγήτριες των Πανεπιστημίων Κρήτης και Αθηνών αντίστοιχα. Σκοπός τους είναι να φέρουν τόσο τους φοιτητές και τους ομοτέχνους τους όσο και το ευρύ κοινό σε επαφή με τις νεώτερες εξελίξεις στην παγκόσμια παλαιολιθική αρχαιολογία, προσκαλώντας στην Αθήνα και το Ρέθυμνο αναγνωρισμένους ομιλητές. Με αυτή την πρωτοβουλία, φιλοδοξούμε «να συνομιλήσουμε μεταξύ μας αλλά κυρίως να ανοιχτούμε στην κοινωνία με διαλέξεις ανοιχτές στο κοινό», τονίζει η κ. Γαλανίδου. «Οι προσκεκλημένοι μας από το Ισραήλ, την Αγγλία, την Ισπανία και τη Γερμανία δέχθηκαν να συμμετάσχουν από αγάπη για την Ελλάδα. Η διοργάνωση αυτή αποτυπώνει τον οικουμενικό χαρακτήρα της παλαιολιθικής έρευνας».

Την Τετάρτη 16 Δεκεμβρίου στις 7 μ.μ., η καθ. Naama Goren-Inbar θα μιλήσει για την «Αχελαία θέση στο Gesher Benot Ya‘aqov του Ισραήλ» στο αμφιθέατρο «Αλ. Αργυριάδης» του Πανεπιστημίου Αθηνών. Οι διαλέξεις του σεμιναρίου θα πραγματοποιούνται σε μηνιαία βάση με ελεύθερη είσοδο.


Πηγή: Χρ. Σανούδου, Καθημερινή

Δεν υπάρχουν σχόλια