Κυριακή, 7 Φεβρουαρίου 2016

Με τον Γαλέριο στη ρωμαϊκή Θεσσαλονίκη


Με τον Γαλέριο στη ρωμαϊκή Θεσσαλονίκη
Οπτική διαφυγή προς τη Ροτόντα από τον πεζόδρομο της Δ. Γούναρη.
Να περπατάς στα ίχνη της ρωμαϊκής Θεσσαλονίκης δεν είναι αυτονόητο, ακόμη και αν έχεις την καλύτερη διάθεση. Ένα τεράστιο κομμάτι της πόλης του Γαλέριου έχει χαθεί. 

Βρίσκεται καταχωμένο κάτω από δρόμους και πολυκατοικίες, μερικώς ορατό σε καταστήματα ή υπόγεια, εξαφανισμένο, όπως ο Ιππόδρομος, αινιγματικό, όπως η Ροτόντα, απολύτως θραυσματικό, όπως η Καμάρα ή τα ανακτορικά συγκροτήματα στη Δ. Γούναρη και την πλατεία Ναυαρίνου. Αυτό, πάντως, που δεν περίμενα είναι ότι θα ανακάλυπτα πτυχές της ρωμαϊκής πόλης με έναν τρόπο πολύπλευρο και, θα έλεγα, διασκεδαστικό, καθώς πήρα την απόφαση, με την αφορμή μιας ολιγοήμερης διαμονής στη Θεσσαλονίκη, να ακολουθήσω την ξενάγηση με τον ελκυστικό τίτλο «Εγώ, ο Γαλέριος!».

Η προσωπικότητα του ξεναγού μας μετέτρεψε τη διαδρομή σε μια σταδιακή μύηση στους χρόνους-γέφυρα ανάμεσα στον αρχαίο και τον χριστιανικό κόσμο. Και ήταν έτσι σχεδιασμένη η διαδρομή, που θύμιζε παράσταση. Είχε ρόλο, σχεδόν θεατρικό, ο Γιώργος Φήταμ, αρχαιολόγος-ιστορικός, ξεναγός και υποψήφιος διδάκτορας Ιστορίας της Τέχνης, που άλλαζε ταυτότητες ανάμεσα στον Γαλέριο και τον εαυτό του.

Γρήγορα ανακάλυψα ότι η ξενάγηση ήταν μία από τις αγαπημένες διαδρομές της ομάδας Thessaloniki Walking Tours, που οργανώνει θεματικούς περιπάτους στην πόλη. Κινηθήκαμε αρχικά προς την οδό Μελενίκου, όπου υπάρχουν θραύσματα από τα τείχη και τις πυργοειδείς απολήξεις. Και ήταν εκεί που ο Γιώργος Φήταμ, στο πλακόστρωτο της πλατείας, μπροστά στο σουρεαλιστικό σκηνικό μιας προτομής του Αθανασίου Διάκου, μας έκανε να δούμε παραστατικά τον χάρτη της Τετραρχίας με την αυτοκρατορία μοιρασμένη ανάμεσα στον Κωνστάντιο Α΄, τον Μαξιμιανό, τον Γαλέριο και τον Διοκλητιανό. Ετσι, η αφήγηση πάνω στη Θεσσαλονίκη του Γαλέριου πέρασε κάτω από μια νοητή πύλη σε έναν κόσμο απολύτως συναρπαστικό παρά τη βαρύτατη ανοικοδόμηση της πόλης γύρω από τα αυτοκρατορικά ίχνη. Ομως, όταν επί τρεις και πλέον ώρες είσαι βυθισμένος σε αυτόν τον παράλληλο κόσμο, νιώθεις εντέλει ότι μπορείς και εσύ, σε χρόνο πραγματικό, να δεις, σαν σε τρισδιάστατη αναπαράσταση, τη Θεσσαλονίκη του Γαλέριου σε ένα νοητό ανάπτυγμα από τη θάλασσα ώς τη Ροτόντα, με όλα τα κτίρια μεγαλείου, λατρείας, θριάμβου και τελετουργίας. Ο αχανής Ιππόδρομος έχει αφανιστεί, αλλά η μία από τις Καμάρες είναι εκεί και αποτελεί σύμβολο, όπως και η Ροτόντα, που επανήλθε στη ζωή της πόλης και την επικαιρότητα. Από όπου και να δει κανείς τη Ροτόντα, ακόμη και από την οδό Φιλίππου, αλλά κυρίως από τη Γούναρη, καταλαβαίνει ότι είναι ένα σημείο σύγκλισης του οπτικού πεδίου. Ενα αόρατο νήμα εκτείνεται από την είσοδο της Ροτόντας προς τις θριαμβικές αψίδες (την Καμάρα) και τα ανακτορικά συγκροτήματα για να καταλήξει στη θάλασσα.

Αντιλαμβάνεται κανείς τη Θεσσαλονίκη ως μια πρωτεύουσα της Τετραρχίας και μια πόλη του Γαλέριου.

Αξίζει να δει κανείς πλέον το εσωτερικό της Ροτόντας (αλλά και τον περίβολο, που βελτιώνεται διαρκώς) καθώς, μετά τη θεαματική και επί της ουσίας πρωτοβουλία του προϊσταμένου της Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων Σταμάτη Χονδρογιάννη, το μνημείο καθαρίστηκε και αναδείχθηκε. Είναι μια αποκάλυψη. Χρειάζεται αρκετός χρόνος στο εσωτερικό της Ροτόντας για να αντιληφθεί κανείς σε βάθος το μεγαλείο του κτιρίου και να θαυμάσει μελετώντας τα ψηφιδωτά που σώζονται. Υπάρχουν πολλά αναπάντητα ερωτήματα για τη Ροτόντα, για το ποιος την έχτισε και ποια ακριβώς ήταν η λειτουργία της, αλλά είναι βέβαιο ότι ήταν ένα αυτοκρατορικό κτίριο που συμμετείχε κομβικά στις αυτοκρατορικές τελετές, προτού γίνει σταδιακά ναός. Ανέκαθεν είχε υψηλή σημειολογική σημασία.

Αλλά, φυσικά, ο πυκνός ιστορικός χρόνος των πρώτων αιώνων μετά Χριστόν απαιτεί πολλές επισκέψεις στον άξονα της ρωμαϊκής πόλης. Στέκεται κανείς με δέος μπροστά στα ανάγλυφα της Καμάρας (298-305 μ.Χ.). Εκεί, ο Γιώργος Φήταμ μάς παρουσίασε ένα timeline της νικηφόρας εκστρατείας του Γαλέριου κατά των Περσών, με τις πολλές σκηνές γεμάτες συμβολισμούς. Πολλά ανάγλυφα, ιδίως τα πιο εκτεθειμένα, έχουν υποστεί σημαντική φθορά. Στην οδό Γούναρη, με φόντο τα γνωστά τείχη των πολυκατοικιών από τις δεκαετίες του ‘50 και του ‘60, τα ανάκτορα και τα λοιπά κτίρια διασώζουν τουλάχιστον μια αίσθηση της πόλης του Γαλέριου. Με εντυπωσίασε, πάντως, ο επίλογος της ξενάγησης, σε ένα τσιμεντένιο παγκάκι της πλατείας Ναυαρίνου. Μπορεί να καθίσει κανείς και στα πόδια του να έχει εντοιχισμένο ένα ρωμαϊκό κιονόκρανο και μία στήλη από το κατεστραμμένο εβραϊκό νεκροταφείο.



Πηγή: Ν. Βατόπουλος, Καθημερινή





0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου