Πέμπτη, 5 Ιανουαρίου 2017

Νίκος Καλτσάς: «Από το Εθνικό Μουσείο απλώς έφυγα. Πρέπει να ξέρει κανείς πότε να φεύγει»



Νίκος Καλτσάς: «Από το Εθνικό Μουσείο απλώς έφυγα. Πρέπει να ξέρει κανείς πότε να φεύγει»
Δεν αρκεί να κοιτάζεις, πρέπει να μπορείς να διεισδύεις και να βλέπεις πιο βαθιά, πίσω από τα πράγματα. Η παρατήρηση είναι εξαιρετικής σημασίας για την αρχαιολογία. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Ο πρώην διευθυντής του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου μιλά στο LiFO.gr για τη μέθοδο και τη λεπταισθησία που χρειάζονται τέτοιες θέσεις, για τη ζωή, τις σπουδές και τους ανθρώπους που τον ώθησαν στη μελέτη των αρχαιοτήτων.

Ανακατεύτηκε με τα χώματα από παιδί, στα χωράφια των γονιών του στη Θράκη. Από το χωριό Διαλαμπή βρέθηκε να ανασκάπτει θρυλικούς αρχαιολογικούς χώρους, έφερε στο φως κομμάτια της Ιστορίας, διοίκησε το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο σε μία από τις ένδοξες στιγμές του και παραιτήθηκε τη στιγμή της μεγάλης δόξας, με την έκθεση για το Ναυάγιο και τον Μηχανισμό των Αντικυθήρων. Αναζητά συνεχώς το διαφορετικό που είναι σίγουρος ότι υπάρχει εκεί έξω, ξέρει να βλέπει και όχι απλώς να κοιτάζει. Και κάθε τόσο γυρίζει στη Διαλαμπή για να σκεφτεί.

Γεννήθηκα στη Δράμα, σε έναν ειδυλλιακό τόπο κοντά στο Παρανέστι, αλλά δεν έζησα εκεί, αφού οι γονείς μου μετοίκησαν, όταν ήμουν ακόμη τριών ετών. Μεγάλωσα στο χωριό Διαλαμπή της Θράκης, στον Νομό Ροδόπης, όπου με οδηγούν τα βήματά μου όλο και πιο συχνά τα τελευταία χρόνια. Τελείωσα το λύκειο στην Κομοτηνή και μετά έφυγα για τη Θεσσαλονίκη, για το πανεπιστήμιο. Η ζωή μου ήταν πάντα «από 'δω κι από 'κει». Οι πιο έντονες και ζωντανές εικόνες της παιδικής μου ηλικίας είναι αυτές που έχω από τη Διαλαμπή: το ποτάμι όπου πηγαίναμε και κάναμε μπάνιο, ο μόχθος στα χωράφια με τα αδέλφια και τους γονείς μου, τα παιχνίδια με τους φίλους μου, οι εναλλαγές των εποχών με μια ποικιλία από χρώματα και μυρωδιές, ο πλάτανος που θυμάμαι να φυτεύει με τα ίδια του τα χέρια ο πατέρας μου στην αυλή και τώρα έχει γίνει τεράστιος.   

Αγρότες ήταν οι γονείς μου. Ναι, η σχέση μου με τη γη ήταν έντονη και σημαντική από την πρώτη στιγμή της ζωής μου. Δούλεψα στα χωράφια, δεν ζούσα απλώς στην εξοχή. Συμμετείχα ως παιδί σε κάθε είδους εργασία που είχε σχέση με τη φύση. Η επαφή με το χώμα είναι για μένα κάτι μοναδικό. Η στενή και διαρκής επαφή με τη φύση είναι εμπειρία ζωής. Καθώς παρακολουθείς τη σπορά, το φύτρωμα, την ανάπτυξη, την ανθοφορία, την καρποφορία και, τέλος, τον μαρασμό, αξιολογείς διαφορετικά τα πράγματα και κατανοείς την αντίστοιχη μοίρα του ανθρώπου, του οποίου η ζωή είναι ένας ανάλογος κύκλος από τη ζωή ως τον θάνατο. Και εν τέλει κατανοείς τη ματαιότητα πολλών πραγμάτων. Ίσως όλα αυτά με έκαναν να είμαι σήμερα περισσότερο οπαδός της επικούρειας φιλοσοφίας και να ασπάζομαι αυτό που έλεγαν οι Ρωμαίοι, το «carpe diem».   

Τα παιδικά χρόνια τα έζησα με πολλές δυσκολίες, αλλά ευτυχισμένα, σε ένα περιβάλλον που είχε μόνο αγάπη να μου δώσει. Ήμουν ευτυχισμένος και ξέγνοιαστος. 

Όνειρα για το μέλλον σαν παιδί δεν θυμάμαι να είχα πολλά ή, μάλλον, ήταν κάπως συγκεχυμένα. Δεν ήξερα και πολλά πράγματα για να κατευθύνω κάπου συγκεκριμένα τον εαυτό μου και το όνειρό μου. Στο χωριό τα ανάλογα ερεθίσματα ήταν ελάχιστα ή ανύπαρκτα. Αυτό που ήταν βέβαιο όμως είναι ότι ήθελα να φύγω. Να φύγω για να σπουδάσω και να γνωρίσω τον κόσμο, έναν κόσμο άγνωστο που στο παιδικό μου μυαλό φάνταζε μυθικός.   

Τότε δεν είχαμε ακόμα τηλεόραση για να βλέπουμε εικόνες του τι συνέβαινε πέρα από τον μικρόκοσμο του χωριού. Είχαμε όμως ένα ραδιόφωνο Telefunken, αν θυμάμαι καλά, από εκείνα με τις μεγάλες κεραίες, που έκανε συνέχεια παράσιτα! Επίσης, τουλάχιστον μια φορά την εβδομάδα έμπαιναν και μια-δυο εφημερίδες στο σπίτι. Μία της περιοχής και η «Βραδυνή». Δεν καταλάβαινα πολλά πράγματα, αλλά διάβαζα τα πάντα από την αρχή ως το τέλος. Μετά μπήκαν και περιοδικά, από εκείνα τα ελαφρά και εύπεπτα της εποχής, αλλά δεν με ένοιαζε, τα διάβαζα και διαπίστωνα ότι υπάρχει κάτι άλλο από αυτό που ζούμε στο χωριό. Αυτό το κάτι το διαπίστωσα πηγαίνοντας στην Κομοτηνή για να φοιτήσω στο λύκειο και, βέβαια, μετά στη Θεσσαλονίκη, όπου σπούδασα. Όντως, υπήρχε κάτι το διαφορετικό, που στα παιδικά μου μάτια φάνταζε σαν κάτι πιο σπουδαίο, σχεδόν «μεγαλειώδες»!   

Μπήκα στο πανεπιστήμιο με τη δεύτερη και σπούδασα δουλεύοντας ταυτόχρονα τα καλοκαίρια στα χωράφια και σε διάφορες άλλες δουλειές που έβρισκα. Πέρασα στη Φιλοσοφική αρχικά, με κατεύθυνση τη φιλολογία, αλλά στην πορεία ανακάλυψα την αρχαιολογία. Η πρώτη μου επαφή με την αρχαιολογία έγινε στο πανεπιστήμιο, όταν ήμουν ήδη 20 ετών. Με κέρδισε, γιατί κι αυτή μου αποκαλύφθηκε ως κάτι το διαφορετικό. 

Νίκος Καλτσάς: «Από το Εθνικό Μουσείο απλώς έφυγα. Πρέπει να ξέρει κανείς πότε να φεύγει»
Φυσικά και δέχτηκα πόλεμο, όταν ανέλαβα το μουσείο. Υπήρξαν πολλοί που με υποστήριξαν, αλλά και άνθρωποι ή φορείς που έβαζαν συνεχώς τρικλοποδιές. Το αντέχεις, σας βεβαιώ, ειδικά όταν ο πόλεμος γίνεται για τον πόλεμο και όχι για την ουσία. Δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς.
Η φαντασία μου δεν κάλπαζε σκεπτόμενος ανασκαφές και ανακαλύψεις. Για την ώρα απλώς μου άρεσε η αρχαιολογία, η αρχαία ελληνική τέχνη. Στο τρίτο έτος προέκυψε απρόσμενα το θέμα της ανασκαφής. Έσκαβε χρόνια πολλά ο καθηγητής Στυλιανός Πελεκανίδης στους Φιλίππους και ήθελε δύο φοιτητές. Ένας βοηθός του που δίδασκε στο πανεπιστήμιο και συμμετείχε στην ανασκαφή με ρώτησε αν ήθελα να συμμετάσχω – κριτήριο ήταν ότι είχα 10 στο μάθημα. Και έτσι πήγα. Η πρώτη σημαντική ανασκαφική εμπειρία με έναν δάσκαλο που ενέπνεε δέος.   

Είχα σπουδαίους δασκάλους, φιλολόγους και αρχαιολόγους. Καθένας τους έδινε κάτι διαφορετικό. Κι εγώ τα ήθελα όλα. Πώς να μη μου αρέσουν τα αρχαία ελληνικά όταν είχα καθηγητή τον Νικόλαο Χουρμουζιάδη, που μου δίδασκε τραγωδία, ή τον Μαρωνίτη, αλλά και τα Νέα Ελληνικά, που έκανε ο Σαββίδης; Ο Δημήτρης Παντερμαλής, ο πιο νέος καθηγητής απ' όλους, μας δίδασκε αρχαία ελληνική αρχιτεκτονική με μεθοδικότητα που μου έχει μείνει αξέχαστη. Ο Ανδρόνικος ήταν ο μαέστρος της θεωρητικής ανάλυσης και στη διδασκαλία του σε πήγαινε πιο πέρα από την αυστηρή παρουσίαση της εικονογραφίας, καθώς στα μαθήματά του συχνά συνταίριαζε την αρχαιολογία με την ποίηση και τη νεότερη τέχνη. Εμβάθυνε στον συμβολισμό. Όμως ο Γιώργος Δεσπίνης ήταν αυτός που μας έμαθε τη μέθοδο της συστηματικής μελέτης της αρχαίας ελληνικής τέχνης, ιδιαίτερα της γλυπτικής. Αυτοί οι άνθρωποι μου έδωσαν γερές βάσεις, το σταθερό υπόβαθρο για το μέλλον μου. Μου δίδαξαν τη μέθοδο και τον τρόπο που πρέπει να σκέφτομαι. Μου δίδαξαν πώς να βλέπω ένα αρχαίο αντικείμενο.   

Δεν αρκεί να κοιτάζεις, πρέπει να μπορείς να διεισδύεις και να βλέπεις πιο βαθιά, πίσω από τα πράγματα. Η παρατήρηση είναι εξαιρετικής σημασίας για την αρχαιολογία. Τους χρωστώ ευγνωμοσύνη. Ήταν οι δάσκαλοι που με βοήθησαν να διαμορφώσω την προσωπικότητά μου ως αρχαιολόγου.   

Τελειόφοιτος του πανεπιστημίου, άρχισα ήδη να εργάζομαι στην Εφορεία Αρχαιοτήτων στη Θεσσαλονίκη, τρεις μέρες την εβδομάδα στο Αρχαιολογικό Μουσείο. Και μετά κατατάχτηκα στον στρατό στην Κόρινθο, στη συνέχεια στη Θεσσαλονίκη και μετά στην Αθήνα. Η στρατιωτική θητεία εκείνη την εποχή ήταν πολύ δύσκολη υπόθεση. Υπηρέτησα 26 μήνες, ήταν μια τεράστια περίοδος στη ζωή ενός νέου ανθρώπου, με πλήρη αναστολή δραστηριοτήτων.  

Η πιο καθοριστική στιγμή στη ζωή και στην καριέρα μου ήταν όταν, αμέσως μετά τον στρατό, προκηρύχθηκε διαγωνισμός για την Αρχαιολογική Υπηρεσία, στον οποίο και πέτυχα, κατορθώνοντας έτσι να γίνω μέλος της. 

Τοποθετήθηκα στην Ολυμπία. Άλλη μια μετακίνηση στη ζωή μου. Μετά την Ολυμπία μετατέθηκα στην Αθήνα, στο υπουργείο Πολιτισμού, όπου έμεινα 10 χρόνια, στη Διεύθυνση Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων.   

Ασχολήθηκα με τη διοίκηση σε σχέση με την αρχαιολογία, έμαθα πολλά πράγματα και απέκτησα, πράγματι, σημαντικά εφόδια και εμπειρία διοικητική, αλλά ένιωθα ότι έπρεπε να επιστρέψω ενεργά στις αρχαιότητες. Κάπου στα πέντε χρόνια θητείας στην κεντρική υπηρεσία αισθάνθηκα αρκετά ξεκομμένος από την αρχαιολογία, αλλά μόλις το 1993 κατάφερα τελικώς να μετατεθώ στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.   

Εκεί, λοιπόν, βρέθηκα μέσα σε έναν απίστευτο πλούτο αρχαιοτήτων. Στο Εθνικό Μουσείο η ανέλιξή μου και οι μεταβάσεις από τη μία βαθμίδα στην άλλη έγιναν ομαλά και σταδιακά. Τοποθετήθηκα ως απλός επιμελητής στη Συλλογή Γλυπτών, που πάντα ήταν στο επίκεντρο των ενδιαφερόντων μου, και ένιωθα εντυπωσιασμένος, ενθουσιασμένος. Αισθανόμουν δέος ανάμεσα σε αυτά τα εξαιρετικού ενδιαφέροντος γλυπτά. Το 1997 συνταξιοδοτήθηκε η έφορος των Γλυπτών και ανέλαβα εγώ πλέον τη θέση και μετά από 4 χρόνια, το 2001, όταν έγιναν οι κρίσεις των διευθυντών από τα υπηρεσιακά συμβούλια, ανέλαβα τη διεύθυνση του μουσείου. Έμεινα στο μουσείο 19 χρόνια, από το 1993, ως το 2012. Όταν ανέλαβα τη διεύθυνση, γνώριζα καλά κάθε γωνία του μουσείου. Δεν πήγα θεόσταλτος εκεί, δεν με «φύτεψαν» στη θέση του διευθυντή. 

Πήρα εξαρχής την απόφαση να εμπλακώ σε ένα έργο που ήταν απαραίτητο να γίνει. Καταρχάς, το νεοκλασικό κτίριο του μουσείου λειτουργούσε ακόμα με τις υποδομές που είχε σχεδόν από τον 19ο αιώνα και με τις ελάχιστες βελτιώσεις της μεταπολεμικής περιόδου κι αυτό έπρεπε να αλλάξει, παρά τις όποιες τεχνικές δυσκολίες συναντά κανείς με τα κτίρια αυτού του είδους. Δεν ήταν εύκολη απόφαση η ανακαίνιση, για πολλούς λόγους. Ένας από αυτούς ήταν ότι το 2004 θα διεξάγονταν στην Αθήνα οι Ολυμπιακοί Αγώνες και αυτό έθετε ένα δίλημμα. Το μουσείο θα λειτουργούσε με την παλιά του μορφή; Κι αν τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά σε σχέση με τους χρόνους, θα παρέμενε κλειστό; Συσκέφθηκα με τους συναδέλφους, αποφασίσαμε να πάρουμε το ρίσκο και το έργο εντάχθηκε αμέσως στο Τρίτο Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης με δύο υποέργα. Το ένα σκέλος αφορούσε την ανακαίνιση του κτιρίου και το άλλο την επανέκθεση όλων των συλλογών.   

Αντιμετωπίσαμε πολλά προβλήματα. Ενώ ήμασταν έτοιμοι να αρχίσουμε τις εργασίες, κατατέθηκαν ασφαλιστικά μέτρα εναντίον του νόμου για τον «μαθηματικό τύπο» που ίσχυε, βάσει του οποίου έγινε η προκήρυξη του διαγωνισμού. Έχασα τη γη κάτω από τα πόδια μου. Έπρεπε να αποφασίσουμε τι θα επιλέγαμε: να δεχτούμε τα ασφαλιστικά μέτρα που θα έπαιρναν χρόνια μέχρι να εκδικαστούν ή να γίνει μια νέα προκήρυξη η οποία θα περιλάμβανε λιγότερες εργασίες για να μειωθεί το κόστος, ώστε η εταιρεία που κατέθεσε τα ασφαλιστικά μέτρα να μην μπορεί να λάβει μέρος; Αποφασίσαμε το δεύτερο. Χάσαμε όμως πολύτιμο χρόνο γιατί έπρεπε να συνταχθεί νέα μελέτη. Το 2002 έκλεισε το μουσείο και ουσιαστικά οι εργασίες ξεκίνησαν στις αρχές του 2003. Μετά από σκληρή δουλειά, καταφέραμε μέσα σε ενάμιση χρόνο να ολοκληρώσουμε τις εργασίες.   

Το πρώτο μέρος παραδόθηκε τον Ιούνιο του 2004. Ανοίξαμε τα Προϊστορικά και όλα τα Γλυπτά, που είναι και ο χώρος όπου κινείται το 80% των επισκεπτών, με μια μεγάλη περιοδική έκθεση με τον τίτλο «Αγών». Διαδοχικά άρχισαν να ανοίγουν και άλλα τμήματα του μουσείου, με τελευταίο, το 2009, το τμήμα των Αιγυπτιακών.

Νίκος Καλτσάς: «Από το Εθνικό Μουσείο απλώς έφυγα. Πρέπει να ξέρει κανείς πότε να φεύγει»
Από το 2006 είχα επιστρέψει στις ανασκαφές. Αν και ήμουν αρχαιολόγος που είχε ξεκινήσει την πορεία μου με τις ανασκαφές, για περισσότερο από μια εικοσαετία είχα μείνει μακριά από αυτήν τη δραστηριότητα. Μου έλειπε η ανασκαφή. Ήθελα να ανακατευτώ ξανά με τα χώματα. 
Φυσικά και δέχτηκα πόλεμο, όταν ανέλαβα το μουσείο. Υπήρξαν πολλοί που με υποστήριξαν, αλλά και άνθρωποι ή φορείς που έβαζαν συνεχώς τρικλοποδιές. Το αντέχεις, σας βεβαιώ, ειδικά όταν ο πόλεμος γίνεται για τον πόλεμο και όχι για την ουσία. Δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς. Ποτέ δεν σκέφτηκα να παραιτηθώ. Δέχομαι την κριτική και τις παρατηρήσεις των άλλων όταν αυτές γίνονται με στόχο τη βελτίωση των πραγμάτων –κανείς δεν είναι τέλειος‒ αλλά όχι όταν έχουν στόχο να σε βλάψουν.   

Διαθέτω επιμονή και πείσμα για τη δουλειά μου, αλλά όχι πείσμα σε πείσμα των άλλων ή των πράξεών τους. Δεν με ενδιαφέρει το κακόβουλο, δεν θα ασχοληθώ καθόλου μαζί του, το προσπερνάω και δεν πτοούμαι εύκολα. Άλλωστε, η ιστορία διυλίζει τα πράγματα και τα γεγονότα και τα αξιολογεί όχι την ώρα που συμβαίνουν, αλλά όταν έρθει η ώρα να το κάνει, αργότερα, και σε σχέση με άλλες παραμέτρους.   

Το όραμά μου ήταν να ευπρεπιστεί το μουσείο, αλλά και να ανοιχτεί επιστημονικά στην έρευνα. Και αυτό νομίζω ότι το πέτυχα, κατά γενική ομολογία Ελλήνων και ξένων αρχαιολόγων. Προσπέρασα τον σκόπελο της «τσιγκουνιάς», της μικροψυχίας και της μισαλλοδοξίας και άνοιξα τις πόρτες του μουσείου σε όποιον ήθελε να μελετήσει κάτι και να προωθήσει την έρευνα και την επιστήμη της αρχαιολογίας.   

Επένδυσα στη λογική των περιοδικών εκθέσεων ως διευθυντής του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου. Διευκρινίζω, όμως, ότι είμαι υπέρμαχος των θεματικών εκθέσεων και όχι των εκθέσεων με μια απλή παράθεση αριστουργημάτων. Μια περιοδική έκθεση είναι απαραίτητο να έχει ένα θέμα που θα αναπτυχθεί λεπτομερώς και σε βάθος –κάτι που δεν μπορεί να γίνει στις μόνιμες εκθέσεις‒ προκειμένου να παρουσιαστούν με εικόνες άγνωστες ή λίγο γνωστές πτυχές της Ιστορίας, της αρχαίας κοινωνίας, της πολιτικής ή της θρησκείας. Θα πρέπει αυτή η ανάλυση όμως να είναι κατανοητή, να προβληματίζει, αλλά να μη βασανίζει τον επισκέπτη.   

Η θητεία μου ως διευθυντή του Εθνικού Μουσείου διήρκεσε έντεκα χρόνια, μέχρι και το 2012. Αποχώρησα αφού εγκαινιάστηκε η μεγάλη έκθεση για το Ναυάγιο των Αντικυθήρων, μια έκθεση που θεωρώ σταθμό στην καριέρα μου. Ήταν απόλυτα τεκμηριωμένη, εντυπωσιακή, ελκυστική κι έδινε στον επισκέπτη πλήθος πληροφοριών. Ήταν το αποτέλεσμα μιας δημιουργικής συνεργασίας όλων των συναδέλφων, διήρκεσε δύο χρόνια κι έγινε διεθνώς γνωστή. 

Μετά το άνοιγμα της έκθεσης στις 12 Απριλίου υπέβαλα αίτηση παραίτησης προς έκπληξη όλων. Πρωτομαγιά του 2012 αποχώρησα. Ήμουν προετοιμασμένος, το σκεφτόμουν δυο-τρία χρόνια πριν εξάλλου. Ήθελα πλέον να ασχοληθώ με τη μελέτη και τη συγγραφή.   

Γιατί έφυγα από το μουσείο; Απλώς έφυγα. Δεν ήθελα να μείνω άλλο. Ήταν δική μου απόφαση. Νομίζω ότι κανείς πρέπει να ξέρει πότε είναι ώρα να φύγει. Όχι, δεν ήταν πολύ νωρίς. Δεν ήμουν ποτέ καθηλωμένος στη θέση αυτή και δεν είχα κυριευτεί ποτέ από τον φόβο που έχουν κάποιοι συνάδελφοι για το τι θα κάνουν όταν αποχωρήσουν. Στη ζωή μου δεν επένδυσα μόνο στην αρχαιολογία. Αναμφίβολα είναι το πιο σημαντικό πράγμα, στο οποίο αφιέρωσα άλλωστε τη ζωή μου, αλλά υπάρχουν τόσα άλλα ωραία πράγματα, καθημερινά, μικρά, αλλά σημαντικά, που νομίζω ότι σε ολοκληρώνουν ως άνθρωπο όταν τα ζήσεις. Δεν έφυγα πικραμένος.  

Θα έμενα για έναν και μόνο λόγο, για να πραγματοποιήσω ένα όνειρό μου: την επέκταση του Εθνικού Μουσείου. Δεν εννοώ προς το Πολυτεχνείο – αυτό δεν υπήρχε περίπτωση να γίνει και δεν είναι εφικτό για πολλούς λόγους. Έχοντας δει την επέκταση του Λούβρου στο υπόγειο –μα, δεν υπάρχει ωραιότερο πράγμα!‒, σκέφτηκα ότι θα μπορούσε να γίνει κάτι ανάλογο και στο Εθνικό Μουσείο, αφού διαθέτει έναν τεράστιο χώρο στην αυλή του. Υπέβαλα την πρόταση στο υπουργείο, συγκροτήθηκε μια επιτροπή και καταρτίσαμε το κτιριολογικό πρόγραμμα για το τι θα περιλαμβάνει και τι θα εξυπηρετεί η επέκταση. Εγκρίθηκε μάλιστα από το ΚΑΣ τον Δεκέμβριο του 2007. Αφορούσε την επέκταση από τα σκαλιά του Αρχαιολογικού Μουσείου ως και την Πατησίων με την ανέγερση ενός μεγάλου υπόγειου κτίσματος, χωρίς, φυσικά, να αλλάξει ο κήπος. Εκεί θα αναπτυσσόταν η μόνιμη έκθεση των Προϊστορικών σε μια έκταση 1.500 τ.μ., τριπλάσια από αυτή που καταλαμβάνουν τώρα. Θα υπήρχαν χώροι περιοδικών εκθέσεων, αμφιθέατρο για συνέδρια, μεγάλο σύγχρονο πωλητήριο και πολλοί άλλοι χώροι που θα έδιναν μια ανάσα στις λειτουργίες του μουσείου... Είχε υπολογιστεί και το κόστος –περί τα 50 εκατομμύρια‒, το οποίο θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί από κοινοτικά προγράμματα.

Εγκρίθηκε το πρόγραμμα με υπουργική απόφαση και απέμενε να συνταχθούν τα τεύχη δημοπράτησης για τον αρχιτεκτονικό διαγωνισμό, κάτι που δεν έγινε ποτέ. Δεν μπορώ να το εξηγήσω αυτό. Αναγκάζομαι να πιστέψω ότι για κάποιους λόγους κάποιοι δεν ήθελαν να πραγματοποιηθεί το έργο, το οποίο θα αναβάθμιζε σημαντικά το μουσείο αλλά και όλη τη γύρω περιοχή, κλείνοντας πολλά από τα τραύματα που την ταλαιπωρούν. Ναι, αυτός θα ήταν ο μόνος λόγος για να μη φύγω από το μουσείο.   

Ταυτόχρονα, από το 2006 είχα επιστρέψει στις ανασκαφές. Αν και ήμουν αρχαιολόγος που είχε ξεκινήσει την πορεία μου με τις ανασκαφές, για περισσότερο από μια εικοσαετία είχα μείνει μακριά από αυτήν τη δραστηριότητα. Μου έλειπε η ανασκαφή. Ήθελα να ανακατευτώ ξανά με τα χώματα. Επέλεξα να ανασκάψω σε ένα ιερό στην Αιτωλία, κοντά στη Ναύπακτο. Ο χώρος ήταν γνωστός από τους περιηγητές και το 1920 είχε κάνει περιορισμένες έρευνες ο Α. Ορλάνδος. Η φιλοδοξία μου δεν ήταν να βρω κάτι το συγκλονιστικό. Η επιθυμία μου ήταν να κάνω μια ανασκαφή όπως την ήθελα.   

Για μένα σημαντικά είναι τα πάντα, ακόμα και τα πιο «ταπεινά» ευρήματα που βοηθούν στην ανακάλυψη και στην ερμηνεία του παρελθόντος. Η ανασκαφή απέδωσε: βρέθηκαν κτίρια του ιερού, ανάμεσά τους δύο ναοί, και φυσικά με έκπληξη εντοπίσαμε το 2012 ένα Στάδιο, σημάδι ότι το ιερό αυτό ήταν σημαντικό, ότι είχε μεγαλύτερη εμβέλεια και ακτινοβολία απ' όσο νομίζαμε.   

Υπάρχει μια διαφορά ανάμεσα στην ανασκαφή ενός ιερού κι ενός νεκροταφείου. Στην πρώτη περίπτωση δεν θα έχεις τα εντυπωσιακά ευρήματα της δεύτερης – για παράδειγμα, χρυσάφι ή τα ολόκληρα αγγεία. Όμως, η ανακάλυψη στοιχείων που να δείχνουν πότε ιδρύθηκε το ιερό, μέχρι πότε ήταν εν ζωή, ποιες ήταν οι λατρείες που τελούνταν κ.λπ. είναι για μένα κάτι πιο συναρπαστικό. Στη συγκεκριμένη ανασκαφή με ενδιέφερε περισσότερο η πληροφορία απ' ό,τι η τέχνη.   

Χωρίς αμφιβολία, υπάρχει συγκίνηση τη στιγμή της ανακάλυψης, είτε ανακαλύπτεις ένα κτίριο, είτε ένα άγαλμα, είτε ένα μικρό όστρακο με χαραγμένη μια επιγραφή που σου δίνει αμέσως μια σημαντικότατη πληροφορία για τη λατρεία.

Αυτή την εποχή ολοκληρώνεται ο δεύτερος τόμος για τα γλυπτά του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου που περιλαμβάνει τα αυτοκρατορικά πορτρέτα, του οποίου έχω την επιμέλεια, μαζί με την καθηγήτρια κ. Θ. Στεφανίδου-Τιβερίου. Ο πρώτος τόμος με τα αρχαϊκά γλυπτά έχει ήδη εκδοθεί από το 2014. Είναι από τις ωραιότερες δουλειές που έχω κάνει και για τον λόγο ότι συνεργάστηκα με πολλούς εκλεκτούς αρχαιολόγους, ειδικούς στην πλαστική, κυρίως όμως για την άψογη συνεργασία μου στην επιμέλεια με τον αείμνηστο δάσκαλό μου, τον Γιώργο Δεσπίνη. Παράλληλα, δουλεύω και για μια αρχαιολογική έκθεση που θα γίνει τον Μάρτιο στη Νέα Υόρκη.   

Αγαπώ όλα τα μουσεία, αλλά θα υποκρινόμουν αν δεν ομολογούσα ότι θεωρώ ιδιαίτερης σημασίας εκείνα στα οποία εκτίθενται αντικείμενα που συνδέονται με σημαντικά γεγονότα και πρόσωπα της Ιστορίας ή των μύθων ή μας εικονογραφούν ιδέες, όπως οι Ολυμπιακοί Αγώνες στο Μουσείο της Ολυμπίας.   

Το δαχτυλίδι που φοράω είναι δώρο, από την Αγία Αικατερίνη του Σινά. Δεν είμαι θρήσκος με την έννοια του τυπικού της λατρείας. Ούτε άθεος είμαι ακριβώς. Δεν πιστεύω στην ανθρωπομορφική έννοια του Θεού. Η πίστη σε κάτι πιο δυνατό ήταν ανάγκη του ανθρώπου από καταβολής κόσμου. Βρίσκω όμως τρομακτικό το να πιστεύεις σε έναν θεό καλοσύνης και αγάπης και να είσαι βουτηγμένος στο ψεύδος, την αλαζονεία, τη μισαλλοδοξία και την κακία. Τέτοια φαινόμενα με κάνουν να στέκομαι μακριά από τα τυπικά λατρευτικά δρώμενα.   

Η καλύτερη συμβουλή που πήρα από τους δικούς μου είναι η αγάπη και η ειλικρίνεια. Και πιστεύω ότι όταν έχεις την πρόθεση να αγαπάς και δεν είσαι a priori αρνητικά διακείμενος απέναντι στον άλλον, πετυχαίνεις πολλά πράγματα. Κυρίως την ψυχική σου γαλήνη, την ηρεμία, το να κοιμάσαι ήσυχος το βράδυ.   

Αισθάνομαι ευγνώμων απέναντι στη ζωή. Αισθάνομαι πως υπήρξα και τυχερός κάποιες στιγμές, αλλά δεν οφείλονταν όλα στην τύχη. Δούλεψα σκληρά. Και να σας πω κάτι, ακόμα και τα παιδικά μου χρόνια, που ήταν δύσκολα, χρόνια μόχθου, τα νοσταλγώ. Και αν με ρωτήσετε αν θα ήθελα να τα ξαναζήσω, θα έλεγα «ναι»! Απλώς ξέρω τώρα ότι κάποια πράγματα θα τα είχα κάνει διαφορετικά. Δεν μετανιώνω για τίποτα από αυτά που έκανα, μετανιώνω κάπως για πράγματα που δεν έκανα, γιατί δίσταζα να τα κάνω.   

Δεν έχω παράπονο από τη ζωή. Την έζησα σχεδόν όπως ήθελα. 


Πηγή: Κ. Ανέστη, LiFO





0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου