Πέμπτη, 21 Σεπτεμβρίου 2017

Η ακροβάτισσα Αγγελική

Η ακροβάτισσα Αγγελική

Μιλώντας με τη σπουδαία αρχαιολόγο Αγγελική Κοτταρίδη για ζωή, θάνατο και «τ' ανάμεσό τους». Μια ιδιαίτερη συνέντευξη της Γλ. Μπασδέκη (LiFO).

Η Αγγελική Κοτταρίδη, διευθύντρια της Εφορείας Αρχαιοτήτων Ημαθίας, μεταξύ άλλων διευθύνει τρία μουσεία (Αιγών, Αρχαιολογικό και Βυζαντινό Βέροιας) και είναι υπεύθυνη για την πραγματοποίηση δεκαεπτά έργων ΕΣΠΑ που υλοποιήθηκαν και υλοποιούνται με αυτεπιστασία. Το όραμά της, το νέο Πολυκεντρικό Μουσείο Αιγών, βρίσκεται στην τελική του φάση και ο χρόνος μέχρι την παράδοσή του στο κοινό μετρά αντίστροφα. Με το ολιστικής φιλοσοφίας Πολυκεντρικό Μουσείο που η Αγγελική οραματίστηκε και υλοποίησε ενοποιούνται όλοι οι αρχαιολογικοί χώροι των Αιγών (ανάκτορο, νεκρόπολη, βασιλικοί τάφοι), ενώ το κεντρικό κτίριο (σε οικόπεδο έκτασης 140 στρεμμάτων στα δυτικά της Βεργίνας) θα περιλαμβάνει μόνιμη ημιυπαίθρια έκθεση με γλυπτά από τα ιερά της πόλεως, αίθριο με ανάταξη του άνω ορόφου της πρόσοψης του ανακτόρου, περιοδικές θεματικές εκθέσεις, συνεδριακούς χώρους, εργαστήρια συντήρησης και θα είναι η έδρα του ψηφιακού μουσείου «Μέγας Αλέξανδρος: Από τις Αιγές στην οικουμένη», αλλά και του ψηφιακού Δικτύου περιήγησης στη γη των Μακεδόνων.

Από το 1977, όταν νεαρή φοιτήτρια Αρχαιολογίας και αγαπημένη «θυγατέρα» του Μανόλη Ανδρόνικου ήταν παρούσα στην ιστορική στιγμή της ανακάλυψης των βασιλικών τάφων της Βεργίνας (του κορυφαίου ίσως αρχαιολογικού επιτεύγματος του 20ού αιώνα), μέχρι σήμερα, σαράντα ολόκληρα χρόνια από τη ζωή της δηλαδή, η Αγγελική δεν εγκατέλειψε τους αγαπημένους της Μακεδόνες. Ως δεινή αρχαιολόγος πεδίου συνέχισε και εμπλούτισε το έργο του δασκάλου αλλά και ως εξαιρετική διαχειρίστρια κατάφερε πολλές φορές να κόψει το κεφάλι του τέρατος της γραφειοκρατίας. Με το σπάνιο χάρισμα ενός τετράγωνου μαθηματικού μυαλού και μιας ευαισθησίας που ξεπερνά την επιστημονική νόρμα, κατάφερε να ισορροπήσει ανάμεσα στον «άνω» και στον «κάτω» κόσμο, τεντώνοντας πολλές φορές το λεπτό σχοινάκι.

Η ακροβάτισσα Αγγελική
Μου αρέσουν αυτοί που είναι «ξένοι» με την έννοια του ιδιαίτερου, αν θέλεις, του απροσάρμοστου. Αυτοί που παθιάζονται και ονειρεύονται, αυτοί που κυνηγούν ιδέες, αυτοί που αναζητούν, αυτοί που δεν αγαπούν να συμβιβάζονται... Φωτογραφία του 1978.
Καθόλου τυχαίο το ότι αν δεν ήταν αρχαιολόγος θα ήθελε να είναι ακροβάτισσα. Με τον δικό της μοναδικό τρόπο συνδύασε (για άλλη μια φορά) και τα δύο πεδία. 

Η Αγγελική Koτταρίδη δέχτηκε να απαντήσει στις ερωτήσεις μου. Το θεωρώ μεγάλη τιμή. Eίναι ένας από τους ανθρώπους που θαυμάζω και σέβομαι. Ο ενικός, που μου τον επέτρεψε γενναιόδωρα, ας θεωρηθεί απόλυτης ευγενείας.

Η Συνομιλία

— Θυμάσαι τα Χριστούγεννα του 1977; Λίγους μήνες πριν ήσουν παρούσα στην ιστορική ανασκαφή της Βεργίνας. 

Δεν θυμάμαι τα Χριστούγεννα του 1977. Θυμάμαι όμως εκείνα του 1991, για να ακριβολογώ τη δεύτερη ημέρα των Χριστουγέννων, που γιορτάζει ο Εμμανουήλ. Ήταν η τελευταία φορά που ο Μανόλης Ανδρόνικος ήταν μαζί μας στη γιορτή του. Ήμασταν πολύ λίγοι, μετρημένοι στα δάχτυλα του ενός χεριού. Ο καρκίνος τον είχε λιώσει κυριολεκτικά, φορούσε ένα μπερεδάκι, το πρόσωπό του όλο μάτια, αλλά ήταν, όπως πάντα, εξαιρετικά διαυγής και κεφάτος, μας πείραζε και αστειευόταν. Κάποια στιγμή έφερε ένα γράμμα απ' όπου έβγαλε και ξεδίπλωσε μια κιτρινισμένη εφημερίδα τοίχου. Ήταν για την επέτειο της 25ης Μαρτίου του 1945, για τους Έλληνες στρατιώτες που ήταν έγκλειστοι στο στρατόπεδο συγκέντρωσης των Συμμάχων στη Λιβυκή Έρημο. Το 1942 ο Ανδρόνικος προτίμησε, αντί να μπει στην Αρχαιολογική Υπηρεσία, να πάει καθηγητής στο Διδυμότειχο, με στόχο να φύγει στη Μέση Ανατολή, να πολεμήσει. Το κατόρθωσε και βρέθηκε εκεί, αλλά όντας ιδεολόγος της αριστεράς, συμμετείχε στο κίνημα του 1944 και βρέθηκε στα «Σύρματα». Κάποιος από τους παλιούς συντρόφους του έμαθε ότι ήταν βαριά άρρωστος και του έστειλε δώρο Χριστουγέννων την εφημερίδα τοίχου που είχε φυλάξει. Εμείς είχαμε την ευκαιρία να ακούσουμε πολλές φορές τον δάσκαλο να μας μιλάει για τον αγώνα, τη Μέση Ανατολή, τα «Σύρματα», ιστορίες από πρώτο χέρι που θύμιζαν τις «Ακυβέρνητες Πολιτείες» του Στρατή Τσίρκα. Εκείνη η δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων του 1991, λοιπόν, ήταν το τελευταίο μάθημα πατριδογνωσίας και ήθους. Μερικές μέρες αργότερα έπαθε εγκεφαλικό και δεν ξαναμίλησε και στις 30 Μαρτίου 1992 μας άφησε για πάντα.

— Πώς ήταν το παιδί «Αγγελική»; Πώς ήταν η έφηβη Αγγελική; 

Το παιδί «Αγγελική»... Μικρομέγαλο, μάλλον αταίριαστο, μοναχικό. Ζούσα σε ένα παλιό τουρκικό σπίτι στην πάνω πόλη, δίπλα στα κάστρα. Πολλές γωνιές με μυστικά, ένας βυζαντινός τοίχος, ο κήπος, το πλυσταριό όπου φοβόμουν να πάω τη νύχτα, μεγάλα παράθυρα – φαινόταν όλη η πόλη, η θάλασσα, το Καραμπουρνάκι, ο φάρος, ο Όλυμπος. 

Δεν μου άρεσε καθόλου να παίζω με κούκλες, «σπιτάκια» και άλλα τέτοια κοριτσίστικα παιχνίδια. Αντίθετα, όταν έβγαινα στη γειτονιά, έπαιζα με τα αγόρια σκληρά παιχνίδια, αγορίστικα, και ήμουν περήφανη που και να χτυπούσα και να πονούσα, ούτε έκλαιγα ούτε το έδειχνα. Αγαπούσα πολύ τις γάτες και όλα τα ζωάκια, τάιζα ρύζι και ζάχαρη τις μυρμηγκοφωλιές. 

Πολύ μικρούλα ήθελα να πάω στο δάσος να βρω τα τρία αρκουδάκια, περίεργα λουλούδια και όλα τα πλάσματα των παραμυθιών. Δυο-τρεις φορές πήρα τους δρόμους, με έψαχναν, πανικός. Η γιαγιά, η Βορειοηπειρώτισσα μάνα της μάνας μου, ο πιο καλός και υπομονετικός άνθρωπος που γνώρισα, αναγκάστηκε να με δένει από τη μέση με ένα μακρύ σχοινί στη ροδακινιά της αυλής. Στα έξι έμαθα να διαβάζω. Άρχισα με την «Ιλιάδα» και την «Οδύσσεια», ερωτεύτηκα με τη σειρά τον Απόλλωνα, τον Αχιλλέα και τον Αλέξανδρο, με τον οποίο ακόμα «παιδεύομαι», και βρήκα τον «τόπο» μου. Κάπως έτσι με μάγεψαν για πάντα οι απόντες, οι αρχαίοι. Άρχισα τις εξερευνήσεις στην αυλή, στις γύρω αυλές και στα κάστρα, καταβρόχθιζα κυριολεκτικά οτιδήποτε είχε σχέση με Αρχαιολογία και Ιστορία, ζωγράφιζα παλιά σπίτια, εκκλησιές και χαλάσματα. Επίσης, λάτρευα και λατρεύω ακόμη τα ταξίδια και η σχεδόν ετήσια επίσκεψη στο χωριό του πατέρα μου στη Μεσσηνία ήταν για μένα μια επικών διαστάσεων περιπέτεια. Με το τρένο να διασχίζω την Ελλάδα απ' άκρη σ' άκρη, ελπίζοντας να δω στα Τέμπη κανέναν θεό, έστω μια νύμφη. Τους θεούς τους είδα στην Ακρόπολη και στο Εθνικό Μουσείο και ζητούσα επίμονα κάθε φορά να με πάνε για να τους ζωγραφίσω. Στα ταξίδια αυτά έμαθα να αγαπώ τα βουνά, τις ξερολιθιές, τα λιόδεντρα, τα βαθιά πέτρινα πηγάδια, τη μυρωδιά του θυμαριού και των γιδιών, τον ανελέητο ήλιο, τα στοιχειά και τις νεράιδες.

Η ακροβάτισσα Αγγελική
Tη μέρα που άνοιξε
ο τάφος του Φιλίππου Β,
8/11/1977
Η έφηβη Αγγελική δεν διέφερε ουσιαστικά από το παιδί, στην πραγματικότητα ούτε και η ενήλικη. Ήταν πιο ντροπαλή και συγχρόνως πιο εκρηκτική. Στους τόπους αναζήτησης, εκτός από την αρχαιότητα, προστέθηκε και ο μεσαίωνας, ιππότες, κάστρα, δεσποσύνες, τέτοια. Συνέχισα να λατρεύω την Αρχαιολογία, αλλά ανακάλυψα και τη γοητεία των μαθηματικών, ιδίως της γεωμετρίας –τελείωσα πρακτικό–, και στους αρχαίους φίλους μου προστέθηκαν καινούργιοι, ο Τζιμ Μόρισον, ο Τσε, ο Ουόλτ Ουίτμαν. Ήταν ακόμα χούντα, εγώ 16 και είχα ανακαλύψει την πολιτική και την επανάσταση προς μεγάλη ανησυχία των γονιών μου. Συνέχισα να διαβάζω Ιστορία και Αρχαιολογία, αλλά διάβαζα και πολλή λογοτεχνία, ποίηση και άρχισα να μυούμαι στη φιλοσοφία. Από τον Νίτσε στον Φρίντριχ Ένγκελς, στον Λεβί Στρος, στον Βάλτερ Μπένγιαμιν και πίσω σε αυτόν που ήταν, και είναι, για μένα οδηγός και μέτρο της γνώσης, τον Πλάτωνα. Έτσι φτάσαμε στο γλυκόπικρο καλοκαίρι του '74, στη Μεταπολίτευση και στο φθινόπωρο. Εγώ επιτέλους φοιτήτρια πρωτοετής της Φιλοσοφικής, στρατευμένη για τις ιδέες και ελεύθερη να κυνηγήσω τα όνειρά μου.

— Έβλεπες όνειρα; Bλέπεις όνειρα; 

Συνεχώς, κυρίως στον ξύπνο μου, και δεν ησυχάζω αν δεν τα δω να πραγματοποιούνται, αλλά όταν βλέπω την εκπλήρωση να πλησιάζει, φεύγω για το επόμενο, κατά προτίμηση πιο ακατόρθωτο από το προηγούμενο. 

— Tι φοβάσαι πιο πολύ; 

Μην πάθουν κάτι αυτοί που αγαπώ. 

— Tι σε ελκύει σε έναν ζώντα; 

Η διαφορετικότητα. Μου αρέσουν αυτοί που είναι «ξένοι» με την έννοια του ιδιαίτερου, αν θέλεις, του απροσάρμοστου. Αυτοί που παθιάζονται και ονειρεύονται, αυτοί που κυνηγούν ιδέες, αυτοί που αναζητούν, αυτοί που δεν αγαπούν να συμβιβάζονται. Οπωσδήποτε η ευστροφία, η εξυπνάδα, η πνευματική εγρήγορση, το να είναι κανείς έτοιμος για ταξίδια, το να έχει να μου πει και να μου δείξει καινούργια πράγματα.

— Tι σε ελκύει σε έναν μη ζώντα; 

Να αναζητώ την αφή του πάνω στις πέτρες. Να αναζητώ τη μορφή του ανάμεσα στις σκιές και τα ασφοδίλια, να ονειρεύομαι το σχήμα της παρουσίας του. Η συνομιλία με τους νεκρούς είναι σισύφειος δρόμος. Είναι φορές που είναι τόσο επίμονα παρόντες, σχεδόν ακούς την ανάσα τους, απλώνεις το χέρι σου να τους αγγίξεις και βρίσκεις το κενό, όπως ο Οδυσσέας που χύνεται να αγκαλιάσει την ψυχή της μάνας του στον Άδη κι αυτή τρεις φορές γλιστρά μέσα από τα χέρια του σαν όνειρο, σαν σκιά, και μένει το φαρμάκι να του καίει τα σπλάχνα.

Η ακροβάτισσα Αγγελική
1982 στο θέατρο των Αιγών.
Η Αγγελική Κοτταρίδη στο μέσον της φωτογραφίας.
— Λησμονούν οι νεκροί ; 

Μεγάλη κουβέντα είναι αυτή. Οι μύστες που έχουν το προνόμιο να πίνουν από την πηγή της Μνημοσύνης θυμούνται. Μάκαρες αυτοί! Όμως η διαδρομή μου τόσα χρόνια ανάμεσα από τάφους με έμαθε ότι όλοι επιθυμούν να μη λησμονηθούν... Πώς λέει ο Μ. Γκανάς: 

"... και μη μου γράφεις 
δεν σκέφτεσαι εμένα όταν γράφεις 
σκέφτεσαι αυτό που γράφεις κι εγώ ζητάω μνή-μη 
πεινάω μνή-μη και διψάω μνή-μη 
και μη σας βγάλω απ' τη ζωή σας 
δεν το θέλω 
εσύ το θέλησες 
θυμήσου 
χωρίς εσένα δεν υπάρχω 
χωρίς εμάς είστε μειοψηφία (ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ) 
χωρίς εσάς οστά γεγυμνωμένα 
και μην ακούς πάνω και κάτω κόσμος 
είσαστε η πατρίδα μας κι εμείς ξενιτεμένοι."

— Λησμονούν οι ζωντανοί ; 

Ναι, ευτυχώς γι' αυτούς.   

— Πώς μυρίζει ένας τάφος αιώνων; 

Μνήμη και λησμονιά, υγρασία, έκπληξη, μοναξιά, σιωπή.

— Με ποια από τις γυναίκες του Φιλίππου Β' ταυτίζεσαι περισσότερο; 

Από τις επτά, οι έξι είναι σχεδόν μόνο ονόματα. Αυτή που νομίζουμε ότι ξέρουμε καλύτερα είναι η Μυρτάλη-Ολυμπιάδα, η μάνα του Μεγαλέξανδρου, μια συγκλονιστική προσωπικότητα, αντάξια μάνα του γιου της. Αυτήν τη γυναίκα τη θαυμάζω και την τιμώ απεριόριστα. Άλλωστε, μην ξεχνάς, το πρώτο μου βιβλίο είναι αφιερωμένο στα θηλυκά αρχέτυπα της γνώσης και της δύναμης που απορρέει από αυτήν. Η μελέτη των αρχαίων γυναικών είναι ένα θέμα που δεν θα πάψει ποτέ να με ενδιαφέρει. Το τελευταίο μου άρθρο είναι και πάλι αφιερωμένο σε αυτές: «Βασίλισσες, ιέρειες, θεές από τη Μακεδονία στην ελληνιστική οικουμένη», η άκρη ενός απίστευτα γοητευτικού κουβαριού που θέλει να γίνει βιβλίο ολόκληρο. Να δούμε πώς θα βρω τον χρόνο.

Η ακροβάτισσα Αγγελική
Μου δείχνει κάτι και η σκιά του χεριού του πέφτει πάνω μου. Του έλεγα τι ωραίο θα ήταν να βρίσκαμε το παλάτι τους, εννοώντας τις αρχαϊκές κυράδες που είχαμε βρει, εκείνος μου απάντησε «κάπου εκεί θα είναι, θα το βρείτε και θα έρχεσαι να μου τα λες, γιατί εγώ δεν θα είμαι πια εδώ...» κι εγώ απέστρεψα το πρόσωπο να μη δει που δάκρυσα... Με τον Μανόλη Ανδρόνικο (1989)

— Tι έκανε τον Αλέξανδρο να γίνει αυτό που έγινε; 

Ένας απολύτως μεγαλοφυής πατέρας, μια συναρπαστική μητέρα, ένας σοφός δάσκαλος, μαθητής του μέγιστου των διδασκάλων, μια μοναδική ιστορική συγκυρία –να μην ξεχνάμε ότι στη γενιά του Αλέξανδρου ανήκουν σπουδαίοι ηγέτες, όπως ο Πτολεμαίος και ο Μέγας για τους επαΐοντες Σέλευκος– και βέβαια η δική του «φτιαξιά», εννοώ η απίστευτη εξυπνάδα του, το θάρρος, η επιμονή και εν τέλει η σοφία του. Ο Πλούταρχος, στο «Περί Αλεξάνδρου τύχης ή αρετής», αξιολογεί ως μεγαλύτερο αγαθό τη δράση του ηγεμόνα που συνενώνει τα έθνη για να δημιουργήσει την οικουμένη από τις θεωρίες των φιλοσόφων και νομίζω ότι δεν έχει άδικο.

— Είμαστε η βιολογία μας; 

Το σώμα είναι ένα κομμάτι, υπάρχει ακόμα το πνεύμα και η ψυχή. Είμαστε όλα αυτά τα τρία μαζί, πλασμένοι από τη στάχτη των Τιτάνων, που όμως είχαν γευτεί το αθάνατο σώμα του Διονύσου. 

— Ποιο είναι το αγαπημένο σου τραγούδι; 

Πολλά και πολύ αλλιώτικα μεταξύ τους, ανάλογα με τα κέφια και τις ώρες μου, αλλά θα σου πω αυτό που αγαπώ πάντα από παιδί. Είναι του Χατζιδάκι, από τη «Μανταλένα»: «Θάλασσα πλατειά σ' αγαπώ γιατί μου μοιάζεις, θάλασσα βαθιά, μια στιγμή δεν ησυχάζεις...».

— Ποιο είναι το αγαπημένο σου ποίημα; 

Ακόμα πιο δύσκολο. Θα σου πω τέσσερα, όπως τα στοιχεία που για τους αρχαίους σοφούς δημιουργούν το Σύμπαν. Λοιπόν: .

".. Ξύπνησα με το μαρμάρινο τούτο κεφάλι στα χέρια που μου εξαντλεί τους αγκώνες και δεν ξέρω πού να τ' ακουμπήσω. Έπεφτε στο όνειρο καθώς έβγαινα από το όνειρο έτσι ενώθηκε η ζωή μας και θα είναι πολύ δύσκολο να ξαναχωρίσει..." 

Γ. Σεφέρης

"Ιδανικές φωνές κι αγαπημένες εκείνων που πεθάναν, ή εκείνων που είναι για μας χαμένοι σαν τους πεθαμένους. Κάποτε μες στα όνειρά μας ομιλούνε• κάποτε μες στην σκέψι τες ακούει το μυαλό. Και με τον ήχο των για μια στιγμή επιστρέφουν ήχοι από την πρώτη ποίησι της ζωής μας — σα μουσική, την νύχτα, μακρυνή, που σβύνει." 

Κ.Π. Καβάφης

"Και μια μέρα θέλω να γράψουν στον τάφο μου: έζησε στα σύνορα μιας ακαθόριστης ηλικίας και πέθανε για πράγματα μακρινά που είδε κάποτε σ′ ένα αβέβαιο όνειρο."

Τ. Λειβαδίτης

ἅδιον οὐδὲν ἔρωτος· ἃ δ᾽ ὄλβια, δεύτερα πάντα ἐστίν· ἀπὸ στόματος δ᾽ ἔπτυσα καὶ τὸ μέλι. τοῦτο λέγει Νοσσίς· τίνα δ᾽ ἁ Κύπρις οὐκἐ φίλασεν, οὐκ οἶδεν τήνα γ᾽, ἄνθεα ποῖα ῥόδα.  

ΠΑ 5, 170
Μεταφράζω πρόχειρα: 

"Τίποτα πιο γλυκό απ' τον Έρωτα μπροστά του όλα τα καλά έρχονται δεύτερα. Αυτό το λέει η Νοσσίς. Και όποια δεν την αγάπησε η Αφροδίτη, αυτή δεν ξέρει ποια από τα λουλούδια είναι τα τριαντάφυλλα".

Αλλά, βέβαια, η ομορφιά είναι στο πρωτότυπο...

Η ακροβάτισσα Αγγελική
1997, Οκτώβριος η λάρνακα με τα οστά του Φιλίππου Β΄επιστρέφει στον τόπο της...
μαζί μας η Όλυ Ανδρόνικου
— Ποιο είναι το αγαπημένο σου αρχαιολογικό εύρημα; 

Δύο είναι τα αγαπημένα μου: τα κεφαλάκια του Φίλιππου και του Αλέξανδρου πριν γίνει Μέγας από το χρυσελεφάντινο ανάκλιντρο που ήταν στο ανάκτορο και το έβαλαν στον τάφο του βασιλιά. Και τα δύο είναι εκπληκτικά αριστουργήματα που αποτυπώνουν τη στιγμή της γέννησης του ρεαλισμού στην αρχαία τέχνη, ωστόσο εγώ τα αγαπώ γιατί τους βλέπω και ξέρω ότι τα είδαν και οι ίδιοι, τα χάιδεψε το βλέμμα τους, μπορεί και να τα ακούμπησαν.

— Γιατί είσαι χορτοφάγος ; 

Γιατί αγαπώ πραγματικά πολύ τα ζώα, δεν θα μπορούσα ποτέ να σκοτώσω κανένα, θεωρώ λοιπόν συνεπές να μη μεταθέτω την ενοχή σε κάποιον άλλο. Το συνειδητοποίησα αυτό χάρη σε ένα όνειρο το 1987 και σταμάτησα να τρώω κρέας. 

— Tι σημαίνει «εξοικειώνομαι με τον θάνατο»; 

Αντέχω τη ζωή. 

— Tι σημαίνει «θυμάμαι»; 

Είμαι ζωντανός, «είμαι» πάντα με αυτούς και αυτά που αγαπώ.

— Eίσαι μέντιουμ; Eίσαι αυτή που μπαινοβγαίνει ανάμεσα στους δύο κόσμους; 

Έχω γράψει ότι ο αρχαιολόγος είναι το έλλογο διάμεσο που «καταδύεται» στον κόσμο των νεκρών για να φέρει γνώση στους ζωντανούς. 

— Στο εικονικό μουσείο του μέλλοντός σου, ποιες τρεις εικόνες σου θα πρόβαλλες; 

Μία που είμαι περίπου τριών χρονών, μαζί με τη γιαγιά μου τη Φωτεινή, που μου έμαθε να αγαπώ το χώμα, να φυτεύω, να μαγειρεύω και να λέω παραμύθια. 

Αυτή με τον Ανδρόνικο το 1989, όταν σκάβαμε τους τάφους των βασιλισσών. Μου δείχνει κάτι και η σκιά του χεριού του πέφτει πάνω μου. Του έλεγα τι ωραίο θα ήταν να βρίσκαμε το παλάτι τους, εννοώντας τις αρχαϊκές κυράδες που είχαμε βρει, εκείνος μου απάντησε «κάπου εκεί θα είναι, θα το βρείτε και θα έρχεσαι να μου τα λες, γιατί εγώ δεν θα είμαι πια εδώ...» κι εγώ απέστρεψα το πρόσωπο να μη δει που δάκρυσα.   

Η τρίτη δεν ξέρω ακόμη ποια είναι, κάτι καλό που θα γίνει στο μέλλον... 


Πηγή: Γλ. Μπασδέκη, LiFO





0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου