Παρασκευή, 12 Φεβρουαρίου 2016

Aναζητείται νέα μελέτη για τον ναό της Αγίας Αικατερίνης


Ο βυζαντινός ναός της Αγίας Αικατερίνης στην Πλάκα πρέπει σήμερα να προστατευθεί, προκειμένου να... προλάβει να κλείσει χιλιετία (χρονολογείται στο 1025-1050 μ.Χ.).
Ως γνωστόν τα περισσότερα σπουδαία μνημεία, μαζί με τη μεγάλη ιστορία, κουβαλούν εξίσου μεγάλες ταλαιπωρίες. 

Κάτι τέτοιο συμβαίνει και με τον βυζαντινό ναό της Αγίας Αικατερίνης στην Πλάκα, ο οποίος οφείλει σήμερα να προστατευθεί, προκειμένου να προλάβει να κλείσει...χιλιετία (χρονολογείται στο 1025-1050 μ.Χ.) και να συνεχίσει να φιλοξενεί με ασφάλεια το εκκλησίασμα που τον επισκέπτεται. Χτισμένος, σύμφωνα με τη συνήθη βυζαντινή πρακτική, πάνω σε ερείπια αρχαίου ιερού της θεάς Αρτέμιδος, ο ναός ήταν αρχικά αφιερωμένος στους Αγίους Θεοδώρους. Τον 19ο αιώνα –και ως Αγία Αικατερίνη πια– το μνημείο απέκτησε ένα προστώο σε σχήμα πι, μια κατασκευή που βοηθά στη φιλοξενία περισσότερων πιστών. Τελευταία αλλά σημαντική, όπως αποδεικνύεται, παρέμβαση ήταν αυτή που έγινε την περίοδο 1950-53, οπότε και οι ξύλινες στέγες του περιστώου αντικαταστάθηκαν με πλάκες οπλισμένου σκυροδέματος. Και εδώ βρίσκεται ένας από τους μεγάλους κινδύνους που αντιμετωπίζει σήμερα ο ναός.

Όπως φαίνεται από πρόσφατη μελέτη που παρουσιάστηκε την Τρίτη στο Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο, οι συγκεκριμένες πλάκες, συνολικού βάρους περίπου 75 τόνων, είναι ικανές, σε περίπτωση σεισμού, να πλήξουν καταστροφικά την κατά πολύ παλαιότερη (πέτρινη) κατασκευή του κυρίως ναού. Αυτό, μαζί με διάφορα άλλα προβλήματα στατικότητας και ρηγματώσεις, καθιστούν, όπως καταλαβαίνει κανείς, την επιδιορθωτική περέμβαση στην Αγία Αικατερίνη αναγκαία. Σε αυτό το πλαίσιο, παρουσιάστηκε στη συνεδρίαση του ΚΑΣ η μελέτη του αρχιτέκτονα καθηγητή του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου κ. Νικόλαου Λιανού και της ομάδας του, με την οποία προτάθηκε η αντικατάσταση των μπετονένιων πλακών από γυάλινη οροφή. Αυτή, σύμφωνα με τον καθηγητή, αφενός θα λύσει το πρόβλημα του υπερβολικού βάρους και αφετέρου θα αφήσει τον κυρίως ναό να «αναπνεύσει».

«Δεν χρειάζεται να προσθέσουμε και τη φάση του 21ου αιώνα στις ήδη υπάρχουσες»«η επιλογή θα αλλοιώσει το μυσταγωγικό φωτισμό του εσωτερικού του ναού»«χρειάζεται διερεύνηση της "συμπεριφοράς" του μνημείου», ήταν μόνο μερικές από τις αντιδράσεις των μελών ως προς την πρόταση της γυάλινης οροφής, η οποία, τουλάχιστον από την πλευρά των μελετητών, είχε σοβαρά πλεονεκτήματα. Το κυριότερο ήταν ότι με την αφαίρεση της υπάρχουσας στέγης από μπετόν, που θεωρήθηκε απαραίτητη λόγω της καταπόνησης που δημιουργεί στον ναό, το κυρίως μνημείο του 11ου αιώνα θα «ανέπνεε», αποδίδοντας ταυτόχρονα 1,30 μέτρα από τη βυζαντινή τοιχοποιία του, η οποία σήμερα δεν είναι ορατή, τουλάχιστον στο μεγαλύτερο μέρος αυτών των πλευρών.

Ωστόσο, η συγκεκριμένη, αν μη τι άλλο ενδιαφέρουσα, πρόταση απορρίφθηκε επί της ουσίας από το συμβούλιο – τουλάχιστον ως προς το σκέλος της γυάλινης οροφής· αντί αυτού έγινε δεκτή (κατά πλειοψηφία) η εισήγηση της Διεύθυνσης Αναστήλωσης Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Μνημείων, σύμφωνα με την οποία ζητείται η επανυποβολή της αρχιτε­κτο­νικής/στατικής μελέτης, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τις παρατηρήσεις του Συμβουλίου και της Διεύθυνσης πάνω στην ιστορική-αρχαιολογική τεκμηρίωση του μνημείου, καθώς και τα δεδομένα της παθολογίας του. Επιπλέον, αξίζει να αναφέρουμε και την –οπτικά πιο συμβατική– λύση που πρότεινε ο προϊστάμενος της υπηρεσίας κ. Θεμιστοκλής Βλαχούλης, σύμφωνα με την οποία το υπάρχον περίστωο μπορεί να αντικατασταθεί από μια ελαφρύτερη ξύλινη κατασκευή με κεραμωτή στέγαση.

Σύμφωνα, πάντως, με τα σημερινά δεδομένα, το μνημείο, μεταξύ άλλων, αντιμετωπίζει προβλήματα ρηγματώσεων, κυρίως στον πεσσό επάνω από τον νοτιοανατολικό κίονα και στο σταυροθόλιο του διακονικού, καθώς και αποκολλήσεις των ακμών της κεντρικής και νότιας κόγχης. Επίσης, έχει διαπιστωθεί χαλάρωση ελκυστήρων και προβλήματα υγρασίας, κυρίως στην κεντρική κόγχη.

Το πρόβλημα ωστόσο παραμένει: όπως παραδέχθηκε και ο κ. Βλαχούλης σε επικοινωνία που είχαμε μαζί του, αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει κάποιος οργανισμός ή πρόσωπο για να αναλάβει τη νέα μελέτη. Μας πληροφόρησε μάλιστα πως μια ανάθεση από μέρους της Διεύθυνσης (με διαγωνισμό σύμφωνα με τον νόμο) θα ήταν ασύμφορη τόσο χρονικά όσο και από άποψη κόστους. Αυτό που μένει, τουλάχιστον προς το παρόν, είναι να δούμε αν ο κ. Λιανός, ο οποίος πραγματοποίησε την υπάρχουσα μελέτη αφιλοκερδώς για λογαριασμό της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών, προτίθεται να συνεχίσει με τις νέες κατευθύνσεις. Ο ίδιος μας είπε πως θεωρεί την πρότασή του μετριοπαθή και επωφελή για την κατανόηση του μνημείου. Επίσης ανέφερε πως η αρχιτεκτονική αποτύπωση και τεκμηρίωση έγινε για πρώτη φορά με τρισδιάστατη απεικόνιση. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως τόσο ο μελετητής όσο και η Διεύθυνση και τα μέλη του Συμβουλίου θέλουν το καλύτερο για το μνημείο. Σε κάποιες περιπτώσεις, ωστόσο, η ταχύτητα στις δράσεις είναι απαραίτητη, προκειμένου να αποφευχθούν ατυχήματα...

Ο Ιερός Ναός της Αγίας Αικατερίνης στην Πλάκα βρίσκεται στο ανατολικό τμήμα της ομώνυμης πλατείας, ενώ στο νοτιοδυτικό έχει έρθει στο φως, το 1911, σημαντικό τμήμα δύο πλευρών μεγάλου κτίσματος με περίστυλο αίθριο, το οποίο χρονολογείται στην υστερορωμαϊκή περίοδο. Ο κυρίως ναός, ο οποίος χρονολογείται στα μέσα του 11ου αιώνα και ανήκει στον τύπο των τετρακιόνιων εγγεγραμμένων σταυροειδών βυζαντινού ρυθμού με συνεπτυγμένο ιερό και νάρθηκα, αρχικά ήταν αφιερωμένος στους Αγίους Θεοδώρους. Σήμερα, η εκκλησία είναι τρισυπόστατη, με το δεξιό παρεκκλήσιο αφιερωμένο στον Άγιο Αντώνιο και το αριστερό στην Αγία Σοφία.

Ο μεσοβυζαντινός ναός ανεγέρθηκε σε θέση παλαιότερης πρωτοχριστιανικής βασιλικής, τα ίχνη της οποίας είναι ακόμα ορατά στην εσωτερική αυλή του σημερινού ναού, που κα αυτή είχε χτιστεί, με τη σειρά της, επάνω σε ερείπια αρχαίου ιερού της θεάς Αρτέμιδος, κατά το πρότυπο των Βυζαντινών να οικοδομούν ναούς πάνω σε αρχαία ελληνικά ιερά. Κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης υπέστη σοβαρές ζημιές και το 1839 πραγματοποιήθηκαν εργασίες επισκευής για τις ανάγκες του εκκλησιάσματος, στη διάρκεια των οποίων χτίστηκε στη βόρεια, νότια και δυτική πλευρά του ναού η προσθήκη (πρόσκτισμα).


Το τύμπανο και ο τρούλος του ναού δεν έχουν σήμερα την αυθεντική μορφή τους. Ανακατασκευασμένος δύο φορές, πιθανότατα τον 19ο αιώνα και το 1927, ο τρούλος έγινε ψηλότερος και σε μορφή ξένη προς το βυζαντινό αθηναϊκό πρότυπο, ενώ πρόσφατα πραγματοποιήθηκε ανακεράμωση της στέγης του από την αρμόδια Διεύθυνση Αναστήλωσης Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Μνημείων.


Πηγή: Αιμ. Χαρμπής, Καθημερινή , Newsit, με πληροφορίες από ΑΠΕ-ΜΠΕ






1 σχόλια:

Theo είπε...

Δεν καταλαβαίνω γιατί δεν αφαιρούνται πολύ απλά οι πρόσφατες προσθήκες, ώστε να γίνει σωστή αναστήλωση και να φανεί ο ναός

Δημοσίευση σχολίου