Κυριακή, 10 Ιουλίου 2016

Με «σίδερο από τον ουρανό»

Με «σίδερο από τον ουρανό»
Ο τάφος του Τουταγχαμών, του Φαραώ που πέθανε σε ηλικία μόλις 18 ετών. Βρέθηκε ασύλητος στις αρχές του προηγούμενου αιώνα και παραμένει ανεξάντλητος θησαυρός για τους αρχαιολόγους.
Όλοι λίγο-πολύ γνωρίζουν το όνομα του Τουταγχαμών, του παιδιού-φαραώ που πέθανε σε ηλικία μόλις 18 ετών και ο τάφος του βρέθηκε ασύλητος κάπου στις αρχές του προηγούμενου αιώνα (αυτός με τις κατάρες!). Εκείνο που λιγότεροι ίσως έχουν ακούσει είναι πως η περίφημη μούμια είχε επάνω της, εκτός των υπόλοιπων στολισμάτων, και δύο τελετουργικά μαχαίρια, ένα ολόχρυσο κι ένα με σιδερένια λάμα.

 Κι αν το πρώτο μοιάζει το πιο εντυπωσιακό στην όψη, είναι το δεύτερο εκείνο που προκαλεί το μεγαλύτερο ενδιαφέρον, όπως πρόσφατα αποκάλυψε ομάδα Αιγύπτιων και Ιταλών επιστημόνων, η οποία μελέτησε τη σύστασή του. Από αυτή τη μελέτη φαίνεται πως το υλικό του δεν είναι ακριβώς από τούτα τα μέρη...

«Η υψηλή περιεκτικότητα σε νικέλιο (10 wt%) που εντοπίσαμε στη σιδερένια λάμα αποτελεί ξεκάθαρη ένδειξη της εξωγήινης προέλευσης του μετάλλου, προφανώς από κάποιο μετεωρίτη. Η ικανότητα του ανθρώπου να κατασκευάζει τέτοια κράματα κατακτήθηκε πολύ αργότερα (19ος μ.Χ. αιώνας), οπότε είναι φανερό πως η λάμα δεν μπορεί να είναι φτιαγμένη από τεχνητό κράμα σιδήρου. Επιπλέον, όλα τα ιστορικά αντικείμενα που γνωρίζουμε και είναι φτιαγμένα από γήινο σίδηρο δεν ξεπερνούν ποτέ το 4 wt% σε νικέλιο. Αντιθέτως, όταν πηγαίνουμε στους μετεωρίτες, το ποσοστό του νικελίου κυμαίνεται από 5 μέχρι 35 wt%· επομένως το 10 wt% νικέλιο μας δείχνει καθαρά σίδηρο από μετεωρίτη», μας λέει σε επικοινωνία που είχαμε η δρ Ντανιέλα Κομέλι, καθηγήτρια στο Τμήμα Φυσικής του Πανεπιστημίου του Μιλάνου και μέλος της ερευνητικής ομάδας που ασχολήθηκε με το εγχειρίδιο.

Γιατί άργησαν

Από μετεωρίτη λοιπόν. Αν το καλοσκεφτεί κανείς, δεν είναι και παράξενο, μιας και την εποχή του Τουταγχαμών (1332-1323 π.Χ.) πράγματι οι Αιγύπτιοι δεν είχαν ακόμα κατακτήσει τη γνώση της χύτευσης και της σφυρηλάτησης του σιδήρου. Ιστορικοί και αιγυπτιολόγοι σε γενικές γραμμές συμφωνούν πως η Αίγυπτος άργησε μάλλον να υιοθετήσει τον σίδηρο, για λόγους που κυρίως σχετίζονται με την απουσία μεγάλων αποθεμάτων του μεταλλεύματος στην περιοχή αλλά και την έλλειψη των απαραίτητων δέντρων που θα χρησίμευαν ως καύσιμη ύλη για τους σιδηρουργούς. Και βέβαια, όπως είναι ιστορικά γνωστό, η χώρα των φαραώ πλήρωσε το τίμημα αυτής της καθυστέρησης. Οι στρατιώτες της, εξοπλισμένοι ακόμα με όπλα από χαλκό, έγιναν εύκολη λεία για τις σιδερένιες λόγχες των Χιττιτών και των Νουβίων, με τους τελευταίους να κατακτούν την Αίγυπτο στα τέλη του 8ου αιώνα π.Χ.

Αντιλαμβανόμαστε λοιπόν πως η εικόνα των αρχαίων Αιγυπτίων να χρησιμοποιούν το μέταλλο από τα πεφταστέρια, αν και κάπως ρομαντική, βγάζει τελικά περισσότερο νόημα· και στα ιερογλυφικά της εποχής, το σύμβολο για τον σίδηρο ερμηνεύεται καλύτερα ως «σίδερο από τον ουρανό»...

Τι άλλο μπορούμε όμως να μάθουμε από το μαχαίρι; Μπορεί άραγε αυτό να αμφισβητήσει κάποιες από τις (υποτιθέμενες) παγιωμένες γνώσεις μας για την εποχή; «Ένα άλλο ενδιαφέρον θέμα –σχετίζεται με την εξέλιξη της μεταλλοτεχνίας στην αρχαιότητα– είναι να κατανοήσουμε την τεχνική με την οποία κατασκευάστηκε το μαχαίρι. Πριν από την έλευση των τεχνικών της χύτευσης, το σίδερο από τους μετεωρίτες σχηματοποιούνταν μέσω “κρύας” σφυρηλάτησης. Παρ’ όλα αυτά η υψηλή ποιότητα του σχήματος της λάμας στο συγκεκριμένο εγχειρίδιο υποδεικνύει μια κάποια ικανότητα στον χειρισμό του σιδήρου, η οποία είχε προφανώς επιτευχθεί την εποχή του Τουταγχαμών. Μόνο εκτενέστερη ανάλυση (και ιδίως της εσώτερης μικρο-σύστασης της λάμας) μπορεί να απαντήσει καλύτερα σε αυτό το θέμα», εξηγεί στην «Κ» η δρ Κομέλι, παραπέμποντας έτσι και στην πολυτιμότητα του συγκεκριμένου κομματιού.

Ούτως ή άλλως και οι αρχαίοι κατασκευαστές του, οι οποίοι πιθανότατα θα έβλεπαν το υλικό του σαν δώρο των θεών από τον ουρανό, το θεώρησαν κτέρισμα αντάξιο ενός φαραώ και σίγουρα όχι κατώτερο από το χρυσό αντίστοιχό του, το οποίο για τα δεδομένα της εποχής ήταν και σημαντικά «φθηνότερο».

Ο τάφος του Τουταγχαμών ανακαλύφθηκε στην Κοιλάδα των Βασιλέων το 1922 από τους Χάουαρντ Κάρτερ και Τζορτζ Χέρμπερτ. Το γεγονός πως ακόμα και σήμερα, σχεδόν έναν αιώνα μετά, συνεχίζουν να γίνονται ανακαλύψεις σχετικά με αυτόν –το 2010 για παράδειγμα επιβεβαιώθηκε μέσω εξέτασης DNA πως ο νεκρός ήταν γιος του φαραώ Ακενατόν–, εκτός της προφανούς συνδρομής της τεχνολογίας, έχει να κάνει και με τη διστακτικότητα πολλών μουσείων να παραδώσουν τα πολύτιμα αντικείμενά τους στα χέρια των επιστημόνων-αναλυτών: «Όπως φαντάζεστε, οι διευθυντές και οι επιμελητές των μουσείων είναι πολύ προστατευτικοί με τα αρχαία και πολύτιμα αντικείμενά τους. Στη δική μας περίπτωση, η ανάλυση, που πραγματοποιήθηκε το 2014, επετράπη χάρη στη θετική διάθεση του διευθυντή του Μουσείου του Καΐρου El-Halwagy, ο οποίος είναι και ένας από τους συγγραφείς της μελέτης μας. Μεγάλο ρόλο βέβαια έπαιξε και η δυνατότητα που είχαμε να φτάσουμε στα επιθυμητά επιστημονικά συμπεράσματα με τη χρήση κινητών - μη καταστρεπτικών συσκευών ακριβείας, όπως για παράδειγμα ο φασματογράφος με ακτίνες φθορισμού (X-Ray fluorescence spectrometer)».

Οι κλασικές επιστήμες, όπως η ιστορία και η αρχαιολογία, εξυπηρετούνται σήμερα περισσότερο παρά ποτέ από τις τεχνολογικές εξελίξεις και τις αποκαλύψεις που αυτές μπορούν να προσφέρουν σχετικά με τα αρχαία αντικείμενα αλλά και την Ιστορία την ίδια. Χάρη στις μεθόδους της δορυφορικής σάρωσης και της συνακόλουθης ανάλυσης των δεδομένων, η επιστημονική ομάδα της δρος Κομέλι κατάφερε όχι μόνο να προσδιορίσει τη σύσταση του εγχειριδίου, αλλά και να εντοπίσει –με σχετική ασφάλεια– ακόμα και τον συγκεκριμένο μετεωρίτη από τον οποίο προήλθε ο σίδηρος που χρησιμοποιήθηκε στην κατασκευή του.

Παρά τις μετρήσεις ακριβείας ωστόσο και τον (ολοφάνερο) επαγγελματισμό της δουλειάς των σύγχρονων ερευνητών, είναι εκείνη η παλιά μαγεία της ανακάλυψης που και σήμερα τους κινητροδοτεί: «Μπορείτε να φανταστείτε πως ήμασταν ήδη όλοι φοβερά ενθουσιασμένοι και μόνο στην πιθανότητα να αναλύσουμε ένα τόσο σημαντικό αρχαίο αντικείμενο. Από την πλευρά μου θα ήθελα να προσθέσω πως, αν και των θετικών επιστημών, ενθουσιάστηκα πραγματικά με τη μελέτη των αρχαίων πολιτισμών και, στην προκειμένη περίπτωση, τη μελέτη της εξέλιξης της αρχαίας μεταλλουργίας».


Πηγή: Αιμ. Χάρμπης, Καθημερινή





0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου