Αναπαράσταση της Αννας Νοταρά με φόντο την εκκλησία San Giorgio dei Greci του 1824, σε ακουαρέλα. [Credit: CreativeProtagon] Χρηματοδοτούσε ...
![]() |
| Αναπαράσταση της Αννας Νοταρά με φόντο την εκκλησία San Giorgio dei Greci του 1824, σε ακουαρέλα. [Credit: CreativeProtagon] |
Χρηματοδοτούσε και πρακτικά διηύθυνε το πρωτοποριακό τυπογραφείο του Ζαχαρία Καλλιέργη, ενός κρητικού λόγιου που είχε στήσει στη Βενετία ένα τυπογραφείο/εκδοτικό οίκο αφιερωμένο αποκλειστικά στην έκδοση ελληνικών έργων. Εδωσε αγώνα για την ελευθερία της ορθόδοξης λατρείας, κυρίως, όμως, αγωνίστηκε για τη διάσωση του βυζαντινού πολιτισμού μέσω των βιβλίων.
«Η πρώτη εκδότρια της Ιστορίας ονομαζόταν Αννα», γράφει στη La Repubblica η Σίλβια Ρονκέι. Ομως η διακεκριμένη ιταλίδα συγγραφέας και βυζαντινολόγος (καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Roma Tre) δεν αναφέρεται στην Αννα Ρούγκεριν του Aουγκσμπουργκ (η οποία θεωρείται η πρώτη γυναίκα τυπογράφος που τύπωσε το όνομα της στον κολοφώνα ενός βιβλίου το 1484) ούτε στην Aννα Φάμπρι, τη συνάδελφό της στη Στοκχόλμη, αλλά στην Aννα Παλαιολογίνα Νοταρά.
«Λίγοι γνωρίζουν την ιστορία της, όμως αυτό υπήρξε δική της επιλογή: η συνειδητή απόφαση να αποκρύπτει την ταυτότητά της ήταν η noblesse oblige μιας Βυζαντινής σε φυγή, η οποία σε αυτή ακριβώς την ταυτότητα ενσάρκωνε την έσχατη σύνοψη της υψηλότερης αριστοκρατίας μιας αυτοκρατορίας που είχε κατακρημνιστεί πίσω της», γράφει η ιταλίδα ειδικός.
Οπως συνοψίζει στο άρθρο της, οι Νοταράδες ήταν η πλέον αριστοκρατική και ισχυρή οικογένεια της δυναστείας των Παλαιολόγων. Ο πατέρας της Λουκάς Νοταράς ήταν ο τελευταίος Μέγας Δουξ της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, πρακτικά πρωθυπουργός του τελευταίου αυτοκράτορα, Κωνσταντίνου ΙΑ’ Παλαιολόγου, τον οποίο η Αννα φέρεται ότι προοριζόταν να παντρευτεί, ώστε να γίνει αυτοκράτειρα, εάν εκείνος επιβίωνε από την πολιορκία της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς το 1453. Αυτό, ωστόσο, δεν συνέβη ενώ στο πλαίσιο της Αλωσης η Αννα έχασε και τον πατέρα της, ο οποίος μαρτύρησε έπειτα από λίγες ημέρες, αφού αρνήθηκε (σύμφωνα με την επικρατέστερη εκδοχή) να συναινέσει στην ένταξη του νεότερου ανήλικου γιου του στο χαρέμι του Μωάμεθ Β’ του Πορθητή.
Ομως, προτού συμβούν όλα αυτά, προτού η Πόλη πέσει και το Βυζάντιο τελειώσει, ο «κυρ Λουκάς», όπως γράφει χαρακτηριστικά η ιταλίδα βυζαντινολόγος, είχε φροντίσει να φυγαδεύσει στη Δύση την πιο ευφυή από τις θυγατέρες του. Πέρα από ένα μέρος των θησαυρών των παλατιών του, της εμπιστεύτηκε επίσης το οικογενειακό κεφάλαιο: περιουσιακά στοιχεία στο εξωτερικό, κυρίως γενοβέζικα και ενετικά χρεόγραφα βασισμένα σε επενδύσεις σε ιταλικές εμπορικές επιχειρήσεις, στις οποίες ήδη ο παππούς της, Νικόλαος, είχε εξαγοράσει μερίδια και δώσει δάνεια. Η επιρροή του Λουκά Νοταρά στη Γένοβα και στη Βενετία ήταν τόσο μεγάλη, που είχε ανακηρυχθεί σε αμφότερες επίτιμος δημότης.
Μέσω αυτών των «offshore» περιουσιακών στοιχείων, οπότε, κατάφερε η νεαρή βυζαντινή αριστοκράτισσα –αρχικά με την αρωγή του Βησσαρίωνα, ενός εκ των σημαντικότερων βυζαντινών λόγιων του 15ου αιώνα, και στη συνέχεια με απόλυτη αυτονομία– να χρηματοδοτήσει μια σειρά από πολιτιστικά και λατρευτικά εγχειρήματα που θα καθιστούσαν τη Βενετία το προνομιακό καταφύγιο των ελλήνων προσφύγων και φυγάδων από την Ανατολή, των λεγόμενων graeculi (γραικύλοι).
Εκεί εγκαταστάθηκε μόνιμα η Αννα Νοταρά, έπειτα από μια περιπλάνησή της στην Ιταλία και κάποιες αρχικές δυσκολίες, εκεί διοχέτευσε την ενεργητικότητά της, αξιοποιώντας όχι μόνο τους οικονομικούς πόρους που είχε στη διάθεσή της αλλά και την πολιτική πυγμή που κληρονόμησε από τον πατέρα της, προκειμένου να συσπειρώσει την ελληνική παροικία.
Η Βενετία ως «σχεδόν άλλο Βυζάντιο»
Το 1479 οι μόνιμοι έλληνες κάτοικοι στη Δημοκρατίας της Βενετίας ήταν μεταξύ τεσσάρων και πέντε χιλιάδων. Πολλοί από αυτούς ήταν στρατιωτικοί, οι λεγόμενοι στα βενετσιάνικα «stradioti» (εκ των στρατιωτών) που είχαν τεθεί στην υπηρεσία της Γαληνοτάτης, επιδιώκοντας να συνεχίσουν να πολεμούν, στο όνομα της χαμένης τους πατρίδας, τους τούρκους εχθρούς. Αρκετοί θα καταλάμβαναν στη συνέχεια σημαντικά αξιώματα, προσφέροντας τις υπηρεσίες τους στη Βενετία, παρότι έφερε σημαντικό μερίδιο ευθύνης για την άλωση της Πόλης και την πτώση της βυζαντινής αυτοκρατορίας, όπως θυμίζει η ιταλίδα ειδικός, αναφερόμενη στη συστηματική (επί αιώνες) οικονομική υπονόμευση του Βυζαντίου από τους Βενετσιάνους και τους Γενοβέζους.
«Αυτό το πολιτικό τραύμα και ένα είδος συλλογικής ενοχής τροφοδοτούσαν, τουλάχιστον στην πολιτιστική ελίτ της Βενετίας, τον πόθο να διατηρηθεί ζωντανή (…) η μνήμη του βυζαντινού πολιτισμού και της βυζαντινής σοφίας που κινδύνευαν να αφανιστούν από την Ιστορία», γράφει η Σίλβια Ρονκέι. Εξ ου και ο χαρακτηρισμός της Γαληνοτάτης, μόλις 15 χρόνια μετά από την Αλωση, ως «quasi alterum Byzantium», ήτοι «σχεδόν άλλο Βυζάντιο», από την Βησσαρίωνα.
Σε αυτό το πλαίσιο ανέπτυξε την πλούσια κοινοτική και πολιτισμική της δράση η Αννα Νοταρά, συνδράμοντας καταρχάς στην ίδρυση της ελληνικής αδελφότητας της Βενετίας, στα τέλη του 15ου αιώνα, για τις λατρευτικές ανάγκες της οποίας, θα ανεγειρόταν στη συνέχεια, και με δικά της κληροδοτήματα, ο ναός του Αγίου Γεωργίου των Ελλήνων (San Giorgio dei Greci), μεταξύ των θησαυρών του οποίου, περιλαμβάνονται και τρεις πολύτιμες εικόνες που η βυζαντινή ευγενής είχε φέρει από την Κωνσταντινούπολη.
Η ιταλίδα πανεπιστημιακός σημειώνει πως ακόμη και σήμερα, το συγκρότημα του Αγίου Γεωργίου, αποτελούμενο από τον καθεδρικό ναό, το παρακείμενο μουσείο και το Ινστιτούτο Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών, πέρα από έδρα της Ορθόδοξης Αρχιεπισκοπής Ιταλίας, παραμένει επίσης το παγκόσμιο σημείο αναφοράς του φιλελληνισμού.
Επιστρέφοντας στην Αννα Νοταρά, γράφει πως έδωσε αγώνα για την ελευθερία της ορθόδοξης λατρείας, κυρίως, όμως, αγωνίστηκε για τη διάσωση του βυζαντινού πολιτισμού μέσω των βιβλίων, κληρονομώντας αυτή τη δύσκολη αποστολή από τον Βησσαρίωνα, ο οποίος σε όλη του τη ζωή, πέρα από υπηρέτης του θεού και άνθρωπος των γραμμάτων και του πνεύματος, υπήρξε επίσης αντιγραφέας και συλλέκτης πολύτιμων ελληνικών χειρόγραφων.
Η Αννα Νοταρά συνέβαλε όχι μόνο στη διάσωση αλλά και στην αναβίωση και στην περαιτέρω διάδοση του βυζαντινού πνεύματος, εκμεταλλευόμενη την τεράστια δυναμική (την οποία είχε ήδη αντιληφθεί ο Βησσαρίων) της τυπογραφίας. «Οχι μόνο διατήρησε και εμπλούτισε μια μεγάλη βιβλιοθήκη στην κατοικία της, αλλά έγινε και εκδότρια, νωρίτερα και καλύτερη από τις Αννες της Δύσης, οι οποίες μέχρι σήμερα θεωρούνται οι πρώτες γυναίκες εκδότριες, αν και ήταν απλώς τυπογράφοι, όπως οι διάφορες χήρες τυπογράφων που απλώς συνέχιζαν τη δουλειά των αποθανόντων συζύγων τους», σημειώνει η Σίλβια Ρονκέι.
Η Αννα Νοταρά χρηματοδοτούσε και πρακτικά διηύθυνε το πρωτοποριακό τυπογραφείο του Ζαχαρία Καλλιέργη, ενός κρητικού λόγιου που είχε στήσει στη Βενετία ένα τυπογραφείο/εκδοτικό οίκο αφιερωμένο αποκλειστικά στην έκδοση ελληνικών έργων. Σε αντίθεση, όμως, με Αννα Ρούγκεριν, την τυπογράφο του Αουγκσμπουργκ, και με την Aννα Φάμπρι της Στοκχόλμης, η βυζαντινή Αννα, δεν ήθελε να εμφανίζεται το όνομά της στους κολοφώνες των βιβλίων των οποίων αποφάσιζε και ήλεγχε την έκδοση: υπήρχε μόνον το όνομα του Καλλιέργη καθώς και του Νικολάου Βλαστού, διαχειριστή της περιουσίας της Αννας Νοταρά. Μόνο στο περίφημο Etymologicum Magnum (Μεγάλο Ετυμολογικό Λεξικό) που εκδόθηκε από τον Καλλιέργη το 1499, υπήρχε μια αναφορά στην «λαμπροτάτη και σωφρονεστάτη κυρία Αννα, θυγατέρα του πανσεβεστάτου και ενδοξοτάτου κυρίου Λουκά Νοταρά, ποτέ μεγάλου δουκός της Κωνσταντινουπόλεως».
Πηγή: Protagon
![[headerImage] Αναπαράσταση της Αννας Νοταρά με φόντο την εκκλησία San Giorgio dei Greci του 1824, σε ακουαρέλα. [Credit: CreativeProtagon]](https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEi2bU-51Jz1WTvM-IjYj6r2qkBcvhivS2LuzgWo_Tt8Krqskci7GqliU2pt34s49KqkG2pEzQNQgwba5IKaKzQTkvDXzCg9ueuU3DulaAwr84s-s6WFOL1w52_5novLgz_vHVb8caw1W0UG9fgtb7Kyr7QKfETlDdwRy-aowDb81vK9am22wC9S_bginDU/s1600/Anna_Notara.webp)
Δεν υπάρχουν σχόλια