Τρίτη, 20 Ιουνίου 2017

Κυβείας* πάθος

Κυβείας* πάθος

Άλλη μια ριξιά. Δεν μπορεί. Θα κερδίσω τώρα! 

Τρεις κύνες (1) στη σειρά δε λέει! Κάποιος με γρουσούζεψε πάλι σήμερα! Λες να ’ναι η γυναίκα μου η Καλλίστη; Με στραβοκοίταξε νομίζω, όταν έφυγα απ’ το σπίτι σήμερα για να έρθω στο Κυβείο της Ιεράς Οδού (2). Αμ ο άλλος, ο Ευαίνετος λέω, που με χαιρέτησε με ύφος στο δρόμο «Υγίαινε Νικήρατε!» και όλο να μάθει πού πάω, αν έπαιξα κύβους χθες και πόσα κέρδισα! Φταίω και γω! Τι κάθησα και του απάντησα! Γυάλισε το μάτι του, μόλις έμαθε ότι το πουγκί μου βάρυνε! Σίγουρα με μάτιασε απ’ τη ζήλεια του!

Άλλη μια ριξιά. Να ρεφάρω. Πόση ώρα παίζω; Δεν ξέρω. Έχασα τα κερδισμένα σήμερα, οκτώ χρυσά, και μπήκα μέσα τέσσερα! Τη γρουσουζιά μου μέσα! Ο Ευαίνετος φταίει, σίγουρα αυτός και το κακό του μάτι! Και ας κρυφοέτριβα όση ώρα μιλούσαμε το κρεμαστό στο λαιμό φαλλουδάκι μου για προστασία! Φαίνεται πως τούτη τη φορά δεν έπιασε!

Ελάτε Ερμή και Πάνα μου (3)! Βάλτε το θεϊκό σας χέρι να κερδίσω! Ο πιστός σας κυβευτής Νικήρατος σάς εκλιπαρεί! Έλα Παλαμήδη μου (4)! Δεν το διανοούμαι να χάσω πάλι! Πόνταρα δεκαπέντε χρυσά τούτη τη φορά και έχω μόνο τα μισά…ούτε κι αυτά νομίζω! Ερμή και Πάνα μου, Τύχη μου καλή στέρξε με τούτη τη φορά και δε θα παίξω άλλο!

Κυβείας* πάθος
Σε μελανόμορφο αμφορέα του Εξηκία (540-530 π.Χ.) από το Vulci της Ιταλίας παρίστανται «κυβοπαικτούντες» ο Αχιλλέας και ο Αίας, ενώ επιγραφή σ’ αυτόν αναφέρει και τα κέρδη των παικτών: «τέσσερα Αχιλλέως, τρία Αίαντος». Μουσεία Βατικανού, Ρώμη.
Ήρθε η σειρά μου! Έλα Καλλίνικε δώσε μου το κήθιον (5) μέχρι να μαζέψω τους κύβους! Τους βλέπετε όλοι εσείς; Και οι τρεις είναι μέσα. Κουνάω το κήθιο τώρα. Ησυχία! Θέλω ν’ ακούσω καθαρά το γκλιν γκλιν των κύβων, να χτυπήσουν καλά στα τοιχώματα του αγγείου, να ανακατευτούν μεταξύ τους, να ματώσει ο πηλός και προτού τους πετάξω χαμαί να τους φτύσω για γούρι. Κλείνω τα μάτια. Ένα, δύο, τρία ωωπ! Νάτη η ριξιά μου! Τι έφερα; Είναι ριξιά της Αφροδίτης (6); Όχι; Όχι; Όχι!

Κυβείας* πάθος
Κήθιον και ζάρια
Κυβείας* πάθος

Σκοτοδίνη. Σκύλοι, σκύλοι, σκύλοι (7) με φάγανε! Ατυχία, κακογλωσσιά, μαύρη ώρα, οϊμέ!!! Παλιόζαρα με φάγατε! Βλέπεις τούτη τη φορά δεν παίξαμε με τα ελεφάντινα! Αμ το είδα εγώ εψές το όνειρο! Πέταξε, λέει πάνω μου μια χήνα και με γέμισε με τα φτερά της (8). Αχ, το είδα και σημασία δεν έδωσα! Τώρα τι θα κάνω; Δεν έχω να τα δώσω! Ήμουν τόσο σίγουρος ότι αυτή τη ριξιά την είχα! Ηρέμησε, ηρέμησε Νικήρατε δεν πρέπει να σε καταλάβουν οι άλλοι! Δε βλέπεις; Σχεδόν όλοι χάνουν και γελάνε! Ούτε που τους νοιάζει! Μόνον ο Μνήσαρχος στέκει κάπως σοβαρός, για να δείξει ο άθλιος πως δεν τον νοιάζει που κερδίζει! Βρε, είναι μια λέρα αυτός! Όσο να χώσει στο πουγκί τα χρυσά, μετράει τα επόμενα. Αχ! Με κοιτάει εξεταστικά ή μου φαίνεται; Παίξτο αδιάφορος Νικήρατε. Χαμογέλασε! Είσαι μέγας και τρανός στην Αθήνα! Μην αρχίσουν τα κουτσομπολιά ότι κάνεις σα γυναικούλα όταν χάνεις! Χαμογέλασε και σκέψου γρήγορα πώς θα τα μπαλώσεις όσο οι άλλοι συνεχίζουν τις ριξιές!

Κυβείας* πάθος
Τοιχογραφία από την Πομπηία με φιλονικούντες παίκτες.
Να πω του Μνήσαρχου ότι δεν έφερα όλα τα χρυσά μαζί μου απ’ το φόβο των κλεφτών; Να πω ότι θα πληρώσω αύριο το πρωί, γιατί τώρα είναι περασμένη η ώρα και τα χρυσά τα έχω κλειδωμένα; Ναι, αυτό θα πω. Μέχρι αύριο θα δω τι θα κάνω και πώς θα τα βολέψω. Μπορεί να πάρω δάνειο από τον τραπεζίτη τον Ποσείδιππο ή τον Κλεόβουλο. Χαρά τους να δανείζουν! Στο ένα, βάζουν τόκο άλλο ένα οι παλιοκλέφτες! Αλί και τρισαλί μην πέσεις στην ανάγκη τους! Σε στύβουν μέχρι να λιώσεις! Ούτε χιτώνα δε σου αφήνουν! Στάσου, και τι εχέγγυο να βάλω; Όλα τα υπάρχοντά μου τα σκότωσα τόσα χρόνια στις ριξιές! Μόνο το σπίτι με το μεγάλο κήπο στη Μελίτη (9) έχω πια και το οπλοποιείο. Αν βάλω το σπίτι ενέχυρο, πού θα μείνει η οικογένεια μετά; Είναι και προίκα της γυναίκας μου και ποιος ακούει τον πεθερό μου ύστερα! Θα με πάει στα δικαστήρια. Αμ το οπλοποιείο; Αν το χάσω, με τι εισοδήματα θα ξεπληρώσω το δάνειο; Πωπω! Πώς έμπλεξα έτσι τούτη τη φορά; Δεν μπορώ. Ζαλίστηκα! Θα τα σκεφτώ όλα αύριο με καθαρό μυαλό και θα βρω μια λύση… Ερμή και Πάνα μου, βάλτε το θεϊκό σας χέρι!

Κυβείας* πάθος
Οστέινος κύβος (ζάρι). 3ος-6ος αι. μ.Χ. Από την ανασκαφή για
το Μετρό Αθηνών στο σταθμό Ακρόπολις
- Κλεόβουλε, αυτό που μου ζητάς είναι απίστευτο μα τους θεούς! Ποιος τραπεζίτης ζήτησε ποτέ να μπαίνει ενέχυρο η γυναίκα του δανειολήπτη και μάλιστα μπροστάντζα; Και μόνο που το ξεστόμισες, με προσβάλλεις αφάνταστα! Δεν είναι δούλα η γυναίκα μου! Είναι Αθηναία, κόρη του Ηγησία και εγγονή του τρανού Ιπποκράτη απ’ το γένος των Αλκμαιωνιδών (10)! Πάρε εγγύηση και το σπίτι στη Μελίτη και το οπλοποιείο! Άλλα δεν έχω. Το ξέρεις. Μη με πατάς τώρα στην ανάγκη μου! Τόσες φορές δανείστηκα από σένα και πάντα στα επέστρεφα, τοκισμένα καλά! Τώρα τι σ’ έπιασε και μου ζητάς κάτι τόσο…τόσο…ούτε να το ξεστομίσω δεν θέλω! Αποκλείεται! Αποκλείεται! Η τιμή μου είναι πάνω απ’ όλα!

- Νικήρατε, εγώ πολλά λόγια δε λέω. Αν θες τα δεκαπέντε χρυσά αμέσως, στείλε μου το βράδυ τη γυναίκα σου. Την αυγή θα την έχεις πίσω. Δε θα το μάθει κανείς και συ θα κάνεις τη δουλειά σου! Τι είναι μιας νύχτας γυναικεία εργασία για δεκαπέντε χρυσά αντίτιμο! Τίποτα! Μετά, θα’μαστε στα ίσα μας, πάτσι βρε αδελφέ! Και ούτε θα διακινδυνεύσεις το σπίτι σου ούτε το οπλοποιείο. Λοιπόν, τι λες;

Κυβείας* πάθος

Κυβείας* πάθος
Ανάγλυφο με δύο καθιστούς νέους που προβαίνουν σε σκυλο-γατομαχία, ενώ δύο άλλοι παρακολουθούν.
6ος αι. π.Χ. Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, Αθήνα
- Αγάπη μου, αγάπη μου! Δεν το πιστεύω ότι είμαστε μαζί! Και ακόμα περισσότερο ότι μ’ έστειλε σε σένα ο άνδρας μου, γιατί σε εκτιμάει λέει και θέλει το πρωί να του πάω στο σπίτι, εγώ μόνο που μ’ εμπιστεύεται, δεκαπέντε χρυσά που του χρωστάς από παλιά! Μα πώς έγινε αυτό; Τι του είπες; Τι έγινε;

Μη σε νοιάζει Καλλίστη μου! Έλα στην αγκαλιά μου απόψε και να το ξέρεις: από δω και μπρος θα είσαι δική μου τις νυχτιές…πολύ σύντομα και τις μέρες. Θα δεις! Ως εδώ ήταν το μαρτύριό μας να το σκας κρυφά απ’ το σπίτι σου για να βρεθούμε! Δόξα στην Αφροδίτη που μας προστατεύει αγαπημένη μου! Δόξα στον Πάνα και τον Ερμή, γλυκιά μου Καλλίστη! Δόξα και στην κυβεία! Τα πάθη των κυβευτών είναι η χαρά των εραστών!

Κυβείας* πάθος
Κοκορομαχία. Ρωμαϊκό ψηφιδωτό στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Νάπολης
---------------------------------------------------------------------------

*Κυβεία = παιχνίδια της τύχης και του τζόγου. Ένα από αυτά ήταν τα ζάρια. Φτιάχνονταν συνήθως από πηλό, κόκκαλα ζώων, ελεφαντόδοντο, ξύλο, μέταλλο και ονομάζονταν από το σχήμα τους κύβοι, πεσσοί ή «τέσσερα», προφανώς από τις 4 ακμές κάθε έδρας του ζαριού. Οι κύβοι είναι τα εξάεδρα ζάρια. Άλλα παιχνίδια τύχης/τζόγου ήταν οι αστράγαλοι (στο Βυζάντιο ονομάζονταν κόττια, ενώ σήμερα φέρουν τις ονομασίες κότσι, κότσια, βεζίρης κλπ), τα «μονά - ζυγά» που τα έπαιζαν με χάλκινα νομίσματα αλλά και με κοκαλάκια και κουκιά, το «κορόνα - γράμματα», τα πεντόβολα, ο ιμαντελιγμός, τα πεντάλιθα, ο αρτιασμός, η πλειστοβολίδα, οι κοκορομαχίες ή οι αγώνες ορτυκιών (ορτυγοκοπία) κλπ. Σκηνές στα αρχαία αγγεία δείχνουν Αθηναίους να στοιχηματίζουν σε κόκορες, ορτύκια, καμιά φορά και σε σκυλιά. Οι παίκτες στοιχημάτιζαν ολόκληρες περιουσίες στα ζώα που κτυπιούνταν μεταξύ τους, τα οποία είχαν αναθρέψει γι' αυτόν τον σκοπό. Τους καλλιεργούσαν την επιθετικότητα, δίνοντάς τους σκόρδο και κρεμμύδι, ενώ έδεναν στα πίσω νύχια των πετεινών μεταλλικά πλήκτρα για να προκαλούν στον αντίπαλο θανάσιμα τραύματα.

(1) κύνες = σκύλοι, εδώ με τη σημασία της κακής «ριξιάς του σκύλου», δηλαδή των άσων.

(2) Κυβείο της Ιεράς Οδού = κυβεία ή κυβευτήρια ή σκιραφεία ήταν χώροι σαν τις σημερινές μπαρμπουτιέρες. Στην αρχαιότητα θεωρούνταν κακόφημοι χώροι και μάλιστα η είσοδος σε αυτούς ήταν ντροπή. Στην Αθήνα όμως υπήρχαν πολλά, ένα μάλιστα εξ αυτών στην Ιερά οδό, όπου βρίσκεται το Ιερό της Αθηνάς Σκιράδος, φαίνεται ότι συγκέντρωνε την προτίμηση των κυβευτών ή σκιρευτών, καθώς οι Αθηναίοι ήταν παθιασμένοι παίκτες ζαριών, τόσο που συχνά έχαναν περιουσίες. Δεινοί κυβευτές ήταν και οι Σικελοί. Στη ρωμαϊκή εποχή υπήρχαν κατά περιόδους νόμοι που επέτρεπαν ή απαγόρευαν τη χρήση ζαριών με ποντάρισμα χρημάτων, για την αποφυγή της χρεοκοπίας και την προστασία των παικτών. Τη σημαντική θέση της κυβείας και των ζαριών επί ρωμαιοκρατίας δείχνει η γνωστή φράση του Καίσαρα κατά τη διάβαση του Ρουβίκωνα το 49 π.Χ.: «alea jacta est» ή «jacta alea est», δηλαδή «ο κύβος ερρίφθη».

(3) Ερμής και Πάν = προστάτες θεοί των κυβευτών.

(4) Παλαμήδης = εφευρέτης της κυβείας με ζάρια θεωρείτο ο ομηρικός ήρωας Παλαμήδης, ο οποίος φέρεται να επινόησε το παιχνίδι κατά τη διάρκεια της μακράς πολιορκίας της Τροίας.

(5) κήθιον = στην αρχαία Ελλάδα τα ζάρια παίζονταν με τρεις κύβους (δύο ζάρια άρχισαν να χρησιμοποιούνται από τη ρωμαϊκή εποχή), τους οποίους δεν έριχναν ποτέ με το χέρι, αλλά αφού τους κουνούσαν μέσα σε ένα αγγείο με πλατιά βάση, το κήθιον ή αλλιώς πύργος ή φορμίσκος ή διάσειστον. Ο θόρυβος μέσα στο αγγείο απέτρεπε το δόλιο ρίξιμο των ζαριών.

(6) ριξιά της Αφροδίτης = αλλιώς «κώος», οι εξάρες που χαρίζουν τη νίκη στον παίκτη.

(7) σκύλοι = ενν. άσους.

(8) φτερά χήνας, σύμβολο ατυχίας και ήττας.

(9) Μελίτη = αριστοκρατική συνοικία της αρχαίας Αθήνας στα Δ/ΝΔ της Ακρόπολης.

(10) κατά το β΄ μισό του 4ου αι. π.Χ., το τελευταίο όνομα της οικογενείας των Αλκμαιωνιδών που εμφανίζεται στις πηγές είναι ο Ηγησίας, γιος του Ιπποκράτη.

Πηγές:
  • Πωλ Φωρ, Η καθημερινή ζωή στην Αρχαία Ελλάδα.
  • Μαρία Θερμού, «Τα τυχερά παιχνίδια στην αρχαία Ελλάδα», εφημερίδα To Βήμα 29 Δεκεμβρίου 2002.

Πληροφορίες:


Βασιλική Χριστοπούλου
ΜΑ Αρχαιολόγος








0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου