Page Nav

HIDE
HIDE_BLOG

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ:

latest

Ιστορίες Παλιάς Θεσσαλονίκης: Ήρθαν για να μείνουν μια νύχτα - Η τελευταία στάση των ξένων στα χάνια της πόλης στο τέλος του 19ου αιώνα

Ο Αχμέτ Σουλεϊμάν ο δίγαμος, ο Τανάς με τους 10 τεντζερέδες, ο Γιώργης που ήρθε από το Κιλκίς με 7 καμήλες... Μοίρα κοινή τούς ένωσε στα χάν...

Ιστορίες Παλιάς Θεσσαλονίκης: Ήρθαν για να μείνουν μια νύχτα - Η τελευταία στάση των ξένων στα χάνια της πόλης στο τέλος του 19ου αιώνα

Ο Αχμέτ Σουλεϊμάν ο δίγαμος, ο Τανάς με τους 10 τεντζερέδες, ο Γιώργης που ήρθε από το Κιλκίς με 7 καμήλες... Μοίρα κοινή τούς ένωσε στα χάνια της Θεσσαλονίκης μεταξύ 1880-1890... και στο τέλος της ζωής τους.


- «Πάλι υγρασία έχει σήμερα... Πονάνε όλα μου τα κόκκαλα κι εκείνο το σπασμένο δάχτυλο στο πόδι με πεθαίνει».

- «Έπεσε πούσι αποβραδίς και δεν λέει να σηκωθεί»

- «Δεν είναι έτοιμος ακόμη ο καφές, πρέπει να φυσήξω πρώτα τη στάχτη»

- «Χαντζή, δεν είσαι στα κέφια σου, άσε πάω στο λιμάνι να πιω καφέ»


Ο χαντζής (σ.σ. ιδιοκτήτης του πανδοχείου) στο Τσουκούρ χάνι διόλου δεν πτοήθηκε, απεναντίας χάρηκε και λίγο που ξεφορτώθηκε αυτόν τον φαφλατά και κουτσομπόλη πελάτη. Δεν ήταν ντόπιος, μήτε Εβραίος μήτε Σλάβος, κάπου απ΄ αλλού είχε έρθει, δεν τον ρώτησε, τον κούραζε η κουβέντα μαζί του. «Ξημερώνει μα ακόμη να φανεί ο ήλιος», σκέφτηκε. 

Κινήθηκε αργά προς τη βαριά ξύλινη πόρτα, γύρισε το κλειδί και το τρίξιμο τον ανατρίχιασε. Είδε τον συνομιλητή του να φοράει το γιλέκο του και να πλένει το πρόσωπό του ρίχνοντας νερό με το πήλινο κανάτι που ήταν στην αυλή, δίπλα στη στέρνα. Γύρω της δεμένα τα ζώα, άλογα, μουλάρια, ένα γαϊδούρι που το 'φερε ένας ξένος από τη Γευγελή. «Πώς ήρθε με το γαϊδούρι από τόσο μακριά; Το δίχως άλλο μου είπε ψέματα», σκέφτηκε ο χαντζής. Και πίσω στις αποθήκες τα εμπορεύματα, μπάλες καπνού, σακιά σιτάρι, κιβώτια με υφάσματα από τη Σμύρνη.

Η μυρωδιά αποπνικτική στην αυλή -υγρό χώμα, κοπριά και καπνός από τα κάρβουνα που σιγοκαίνε μέσα. Σιγά σιγά ανάβουν οι λάμπες στα πάνω δωμάτια. Πρώτος κατεβαίνει ένας έμπορος καπνού από τη Δράμα που έχει έναν άσχημο βήχα κι ακολουθούν δύο Βλάχοι πραματευτάδες που μιλούν χαμηλόφωνα για τις τιμές, χωρίς να είναι ξεκάθαρο σε τι προϊόν αναφέρονται. Ένας Εβραίος ταξιδιώτης από το Μοναστήρι τυλίγει βιαστικά το ταλέθ του (σ.σ. το βαμβακερό σάλι προσευχής) κι ετοιμάζεται να βγει στο παζάρι.


Ιστορίες Παλιάς Θεσσαλονίκης: Ήρθαν για να μείνουν μια νύχτα - Η τελευταία στάση των ξένων στα χάνια της πόλης στο τέλος του 19ου αιώνα

Συνοφρυωμένος ο χαντζής ψήνει καφέδες, σκέτους, στη χόβολη, ανακατεύοντας συνεχώς τη στάχτη. Δεν θέλουν κάτι περισσότερο όσοι κατεβαίνουν από την ξύλινη, ετοιμόρροπη σκάλα. Αν ήθελαν πρωινό θα πήγαιναν σε κάποιο από τα πολυτελή ξενοδοχεία της παραλίας, το χάνι είναι πέρασμα. Τα φλιτζάνια ανεβοκατεβαίνουν και λέξεις περνούν από γλώσσα σε γλώσσα: ελληνικά, τουρκικά, ισπανοεβραϊκά, αρμένικα, σλαβικά. Η Θεσσαλονίκη μιλάει πολλές γλώσσες και πολλές φωνές ακούγονται ταυτόχρονα.

Μέχρις τις 10 το πρωί το χάνι άδειασε, οι πελάτες έφυγαν προς το Μπεζεστένι και το λιμάνι. Το Τσουκούρ χάνι διασώζεται μόνο από διηγήσεις, ήταν σε λειτουργία στο τέλος του 19ου αιώνα και βρισκόταν κάπου στην... Κάτω Πόλη, δυτικά του ιστορικού κέντρου, κοντά στον Βαρδάρη. 

«Ευτυχώς έφυγαν», μονολογούσε ο χαντζής και συνέχισε να γράφει με ένα κομμάτι κάρβουνο στην ξύλινη σανίδα, ποιοι δεν είχαν πληρώσει, που σημαίνει ότι θα διανυκτερεύσουν εκεί για άλλο ένα βράδυ. «Αλλά για στάσου, τι να έγινε εκείνος ο ψηλός ομορφάντρας που ήρθε πολύ αργά χθες βράδυ κατάκοπος από τα Γιάννενα;»

Ο Σαμπίκ Κιοπρουλού Μπασί Αχμέτ Σουλεϊμάν εφέντης, γιος του Καχραμάν από τα Γιάννενα -«ο ψηλός ομορφάντρας» που έλεγε ο χαντζής- βρέθηκε λίγο αργότερα νεκρός στο μικρό δωμάτιό του στο Τσουκούρ χάνι. Την ιστορία του διασώζει η Μερόπη Αναστασιάδου, ιστορικός και νομικός, ερευνήτρια στο Εθνικό Κέντρο Επιστημονικής Έρευνας (CNRS) της Γαλλίας, στο τμήμα οθωμανικών και τουρκικών σπουδών, στο βιβλίο της «Θεσσαλονίκη 1830-1912. Μια Μητρόπολη της εποχή των οθωμανικών μεταρρυθμίσεων». 

«Κατά κανόνα, αυτοί που πεθαίνουν στα χάνια δεν έχουν κληρονόμους στην περιφέρεια της Θεσσαλονίκης και η περιουσία τους καταλήγει πάντα στα κρατικά ταμεία. Όμως ο δικαστής που συνέταξε την απογραφή, γρήγορα αντιλήφθηκε ότι επρόκειτο για ιδιάζουσα περίπτωση», αναφέρει η κ. Αναστασιάδου. 

Τι είχε συμβεί και πώς μια νεαρή μουσουλμάνα βρέθηκε ξαφνικά με 15.733 γρόσια, ποσό πολύ μεγάλο για το τέλος του 1800; Ο Γιαννιώτης πραματευτής, σύμφωνα με την έρευνα της κ. Αναστασιάδου, ήταν δίγαμος και πατέρας 5 κοριτσιών. Η Μελικέ, μια όμορφη και έξυπνη μουσουλμάνα ήταν η εν Θεσσαλονίκη σύζυγός του και μάλιστα την ημέρα που βρέθηκε νεκρός ο Αχμέτ Σουλεϊμάν ήταν έγκυος στο έκτο του παιδί... το οποίο και δεν πρόλαβε να κρατήσει στην αγκαλιά του. Ο Αχμέτ Σουλεϊμάν διέμενε συχνά και για αρκετές μέρες στο Τσουκούρ χάνι και πάντα στο ίδιο δωμάτιο. Σε αυτό βρέθηκαν «δύο κουβέρτες με εμπριμέ ύφασμα, ένα βαμβακερό στρώμα, ένα κιλίμι και δύο χαλιά προσευχής, δύο ζευγάρια λάμπες, δύο χαμηλά καθίσματα, δύο μιντέρια (σ.σ. μεγάλα μαξιλάρια για κάθισμα στο πάτωμα), μια δωδεκάδα μαξιλαροθήκες, ένας μύλος του καφέ, τέσσερα μπρίκια και μερικά φλιτζάνια». Και στο σακάκι του 15.733 γρόσια.

Η Μελικέ μάλλον δεν συγκινήθηκε ούτε για την προίκα ούτε για τον μύλο του καφέ. Ουδόλως την ένοιαζε εκείνη τη δύσκολη ώρα ένας καλοκαβουρντισμένος καφές. Έκλαψε τον άντρα της και παρηγορήθηκε με τις 15.733 γρόσια, χρήματα που προήλθαν πιθανόν από την πώληση του εμπορεύματος που έφερε ο θανών από τα Γιάννενα. Ντύθηκε στα μαύρα κι αφοσιώθηκε στην ανατροφή των κοριτσιών της... 


Ιστορίες Παλιάς Θεσσαλονίκης: Ήρθαν για να μείνουν μια νύχτα - Η τελευταία στάση των ξένων στα χάνια της πόλης στο τέλος του 19ου αιώνα

Η περίπτωση του Αχμέτ Σουλεϊμάν δεν ήταν η μοναδική ενός ξένου που έφυγε, μια νύχτα ξαφνικά, σε ένα φτωχικό χάνι κάπου μεταξύ 1880-1890. Ο χαντζής στο χάνι Τουρκ Ογλού είχε να διηγηθεί μια παρόμοια ιστορία, εξίσου τραγική. Ο Τανάς (προφανώς σήμερα θα τον λέγαμε Θανάση), γιος του Δημήτρη χωρίς άλλα γνωστά στοιχεία ταυτότητας, ήρθε από την πατρίδα του το Παζαρτζίκ, κάπου στη νότια Βουλγαρία, στα όρια με τον Έβρο, καβάλα στ' άλογό του. Εκτός από τον ίδιο, το ζωντανό μετέφερε κι ένα μικρό μπαούλο με λιγοστά είδη ρουχισμού και σκεπάσματα. Ο Τανάς δεν εμφανίστηκε στον πρωινό καφέ που σερβιρίστηκε κάπου στην αυλή του Τουρκ Ογλού, στην καρδιά του εμπορικού κέντρου της Θεσσαλονίκης. Ο χαντζής πήρε μια αρμαθιά κλειδιά που είχε και ανέβηκε στο δωμάτιο. Βρήκε τον Τανάς να κοιμάται και αρχικά δεν ανησύχησε. Προς το μεσημέρι ξανανέβηκε, τον γύρισε από δω, τον γύρισε από κει... κόκκαλο ο Τανάς. Τότε κατάλαβε πως ήταν νεκρός και φώναξε τον δικαστή για την απογραφή των υπαρχόντων. Στο μικρό μπαούλο βρέθηκαν λίγα ρούχα και στο σακάκι του μερικά γρόσια. Εκείνο ωστόσο που έκανε εντύπωση ήταν ο μεγάλος αριθμός από κουζινικά σκεύη. Τι μπορεί να χρειαζόταν ο Τανάς ένα γουδί, 10 τεντζερέδες, 15 πιάτα, 10 σετ μαχαιροπίρουνα, 2 τηγάνια, 4 ταψιά, πολλά ποτήρια και μπουκάλια; «Βρε μπας κι αγόρασε την προίκα του;», αναρωτήθηκε ο χαντζής, αλλά μπα... ούτε η ηλικία, ούτε το πρότερο παρελθόν του έδειχνε πως ο μετανάστης από το Παζαρτζίκ βρέθηκε τη Θεσσαλονίκη για τις ετοιμασίες του γάμου του. Άλλωστε φαίνεται πως αναζητούσε συχνά κατάλυμα στο συγκεκριμένο χάνι, το οποίο ήταν από τα μικρά και φτηνά και κανείς δεν είχε ακούσει κάτι σχετικό με παντρολογήματα. Ούτε καν ο χαντζής που ήξερε τους πελάτες απ΄ την καλή κι απ΄ την ανάποδη. Ο πρώτος που ενδιαφέρθηκε για τον χαμό του ήταν ο Γιώργης ο ταβερνιάρης, στον οποίο ο Τανάς είχε δανείσει 849 γρόσια. Βρήκε άραγε συγγενείς του θανόντα για να το ξεπληρώσει;

Η έρευνα της κ. Αναστασιάδου έπεσε και πάνω στον Γιώργη, τον γιο του Χρήστου, που ήρθε από το Κιλκίς στη Θεσσαλονίκη, συνοδεύοντας 7 καμήλες. Ναι, 7 καμήλες, που κατάκοπες βρήκαν καταφύγιο στο χάνι του Μουσταφά αγά, κοντά στην Πύλη του Βαρδάρη, «σημείο στρατηγικό για το ζωεμπόριο». Ο Γιώργης έφτασε βράδυ, ίσα που τον βαστούσαν τα πόδια του, ρούφηξε βιαστικά λίγο τραχανά και ανέβηκε στο δωμάτιό του. Νωρίτερα είχε τακτοποιήσει τις καμήλες στην αυλή. Λιγοστοί πελάτες τον είδαν, κανείς δεν μίλησε μαζί του. «Ο ξένος είναι πολύ ταλαιπωρημένος», έλεγε ο χαντζής για να αποφύγει τα σχόλια και τα κουτσομπολιά. Κι αυτοί οι λιγοστοί δεν τον ξανάδαν. Γιατί ο Γιώργης ξάπλωσε να κοιμηθεί και δεν ξύπνησε ποτέ. Πέθανε στον ύπνο του. Όταν ο καδής ρώτησε ποιος ήταν ο σκοπός της επίσκεψής του στη Θεσσαλονίκη, κανείς δεν ήξερε να απαντήσει. Ήρθε για να πουλήσει τα ζώα ή η Θεσσαλονίκη ήταν μια στάση και προορισμός του ήταν κάποια άλλη πόλη; Ο Γιώργης είχε μαζί του μόνο μια τσόχινη κουβέρτα και μερικά εσώρουχα. Ίσως κι ένα γιλέκο κι ένα δεύτερο λευκό πουκάμισο. Στο χάνι του Μουσταφά αγά το νέο έπεσε σαν βόμβα, «μα δεν μίλησε σε άνθρωπο», «χθες βράδυ ήρθε και πέθανε», «λες κι ήρθε για να πεθάνει εδώ». Οι ερωτήσεις πολλές, οι απαντήσεις μετέωρες. Η εμπορική αξία των ζώων εκτιμήθηκε σε 6.645 γρόσια και η τύχη τους -των ζώων και των χρημάτων- άγνωστη. 

Οι ιστορίες του Αχμέτ Σουλεϊμάν, του Τανάς, του Γιώργη από το Κιλκίς και μυριάδες άλλες, παρόμοιες, δείχνουν πως στο τέλος του 19ου αιώνα κάποιοι άνθρωποι πέθαναν μόνοι τους, μακριά από τα σπίτια τους και πιθανόν οι δικοί τους δεν το έμαθαν ποτέ. Η γυναίκα του Αχμέτ Σουλεϊμάν στα Γιάννενα δεν φανταζόταν πως εκείνος ήρθε στη Θεσσαλονίκη για να δει τη δεύτερη οικογένειά του κι όταν δεν επέστρεψε ίσως απλώς θεώρησε πως τους εγκατέλειψε. Για τον Τανάς ήταν δύσκολο να αναζητήσει κανείς τους συγγενείς του στο Παζαρτζίκ. Ποιος θα πήγαινε και πώς θα πήγαινε ως εκεί να μεταφέρει το κακό μαντάτο; Και ποιος θα έβρισκε τους συγγενείς του Γιώργη στο Κιλκίς; Αντίστοιχα κι εκείνοι δεν ήξεραν πού να αναζητήσουν τον άνθρωπό τους στη Θεσσαλονίκη. 

Κι έτσι οι ταξιδιώτες που έφταναν είτε για δουλειές είτε για αναψυχή, είτε για άλλους λόγους και έφευγαν ξαφνικά από τη ζωή, άφηναν πίσω τους πολλά και άλυτα μυστήρια και ερωτήματα για τα προσφιλή τους πρόσωπα. Τα αρχεία του καδή στο τέλος του 19ου αιώνα δείχνουν, σύμφωνα με την έρευνα της κ. Αναστασιάδου πως «αυτή η κατηγορία των ανθρώπων είναι ιδιαίτερα πολυπληθής». Πολλοί άνθρωποι, άντρες στη συντριπτική τους πλειονότητα, έφυγαν μόνοι τους σε ένα κρύο, λιτά επιπλωμένο, δωμάτιο. Σε ένα χάνι που η βαριά ξύλινη πόρτα άνοιξε για να βγει το καρό με μια σορό...

Υπάρχουν κι αυτές οι ιστορίες, για λιγότερο επώνυμους που δεν τους έκλαψε κανείς. Αλλά πέρασαν από την πόλη και έζησαν εδώ έστω για λίγες μέρες ή για μια νύχτα μόνο. Κι ας ήταν η τελευταία τους...


Πηγή: Μ. Ριτζαλέου, Voria

  

Δεν υπάρχουν σχόλια