Παρασκευή, 19 Αυγούστου 2016

Η Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας: Η δυναστεία των Μεγαλοκομνηνών και η ιστορία του μεσαιωνικού Ελληνισμού του Πόντου




Η πτώση της Κωνσταντινούπολης στους Σταυροφόρους το 1204 μ.Χ θεωρείται από πολλούς ιστορικούς πως σήμανε το επερχόμενο τέλος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, καθώς έδειξε προς πάσα κατεύθυνση την αδυναμία της. Ωστόσο, παρά την άλωση της Βασιλεύουσας, επ'ουδενί σήμανε το τέλος της βυζαντινής ισχύος, καθώς οι Λατίνοι εισβολείς δεν κατάφεραν να ελέγξουν όλα τα εδάφη της αυτοκρατορίας: Ισχυροί Βυζαντινοί άρχοντες εδραίωσαν την εξουσία τους σε περιοχές που δεν είχε αγγίξει ο εχθρός, στήνοντας τα δικά τους κράτη και επιδιώκοντας την ανακατάληψη της Πόλης από τους δυτικούς εισβολείς και την αποκατάσταση της αυτοκρατορίας.

Ένα από τα κράτη αυτά (τα άλλα δύο ήταν η Αυτοκρατορία της Νίκαιας και το Δεσποτάτο της Ηπείρου), που άφησε σημαντικότατο αποτύπωμα στην ιστορία του ελληνισμού, και δη του Ποντιακού, ήταν η Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας- η ελληνική μεσαιωνική αυτοκρατορία του Πόντου, για την ιστορία της οποίας, και των ηγεμόνων της, των Μεγαλοκομνηνών, έχουν γραφτεί άπειρες σελίδες.


Η Αυτοκρατορία ιδρύθηκε από τον Αλέξιο και τον Δαβίδ Κομνηνό, εγγονούς του Ανδρόνικου Κομνηνού, αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης της δυναστείας των Κομνηνών ο οποίος σκοτώθηκε κατά την εξέγερση του 1185. Ο πρώτος είχε γεννηθεί το 1182 και ο δεύτερος το 1180, και είχαν αποσταλεί- μετά την πτώση του Ανδρόνικου – στη θεία τους, Θάμαρ, βασίλισσα των Ιβήρων (Γεωργία). Οι δύο Κομνηνοί, κληρονόμοι του «βαρέος» ονόματος μιας από τις πιο σημαντικές δυναστείες του Βυζαντίου, κατέλαβαν την Τραπεζούντα με τη βοήθεια της Θάμαρ, αρχόντων που είχαν διαφύγει από την Πόλη και Ποντίων αριστοκρατών, και ίδρυσαν την αυτοκρατορία του Πόντου το 1204, αμέσως μετά την πτώση της Πόλης στους Λατίνους.

Το κράτος της Τραπεζούντας

Οι ιδρυτές της θεωρούσαν τους εαυτούς τους συνεχιστές του βυζαντινού κράτους, και ως εκ τούτου η Αυτοκρατορία των Μεγαλοκομνηνών (όπως ονομάστηκαν αργότερα, μετά την εδραίωση της εξουσίας τους) διοργανώθηκε στα πρότυπά του, και ιδιαίτερα στα πρότυπα της βυζαντινής αυτοκρατορίας της εποχής των Κομνηνών (11ος- 12ος αιώνας). Το 1214 η Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας- με σύμβολο τον μονοκέφαλο αετό- καταλάμβανε το χώρο ανατολικά της Σινώπης μέχρι τη μυθική Κολχίδα. Μεγάλα κέντρα της ήταν οι ήδη από την Αρχαιότητα γνωστές πόλεις Οίναιον/Οινόη, Λίμνια, Κερασούς, Τρίπολις, Ρίζαιον και η ίδια η Τραπεζούντα. Η αυτοκρατορία φαίνεται ότι δεν επεκτάθηκε πολύ βαθιά στην ενδοχώρα του Εύξεινου Πόντου, πέρα από τις Ποντικές Άλπεις, αν και κατά καιρούς είχαν περιέλθει στην εξουσία της και κάποιες πόλεις του εσωτερικού του Πόντου. Επίσης ανήκαν στην επικράτειά της ορισμένα τμήματα του παλαιού θέματος Χερσώνος στην περιοχή της Κριμαίας. 


Στα πάνω από 250 χρόνια ύπαρξης του κράτους της Τραπεζούντας, ο Πόντος γνώρισε οικονομική και πολιτικστική ακμή. Το λιμάνι της Τραπεζούντας αναπτύχθηκε σε κέντρο εμπορίου, όπου έδρευαν προξενεία Γενουατών, Μασσαλιωτών, Βενετών, κ.ά. Οι τελωνειακοί φόροι και η παραγωγή μεταλλευμάτων εξασφάλιζαν την οικονομική ευρωστία του κράτους.

Οι Μεγαλοκομνηνοί ενδιαφέρθηκαν ιδιαίτερα για την καλλιέργεια των γραμμάτων και των τεχνών. Οι μονές του Πόντου έγιναν κέντρα πολιτιστικής ανάπτυξης, που προσέλκυσαν πολλούς λόγιους της πρώην Βασιλεύουσας. Πόντιοι λόγιοι όπως ο χρονικογράφος Μιχαήλ Πανάρετος, ο μαθηματικός και αστρονόμος Γρηγόριος Χιονιάδης και οι θεολόγοι Βησσαρίων, Γεώργιος Τραπεζούντιος και Γεώργιος Αμιρούτζης διέπρεψαν στις επιστήμες.

«Αυτοκράτωρ πάσης Ανατολής, Ιβήρων και Περατείας»

Οι Μεγαλοκομνηνοί είχαν υιοθετήσει στην αρχή τον επίσημο βυζαντινό αυτοκρατορικό τίτλο· ο ιδρυτής του κράτους, ο Αλέξιος Α΄, ονομάστηκε «πιστός βασιλεύς και αυτοκράτωρ Ρωμαίων». Ωστόσο η ανακατάληψη της Πόλης από τους Παλαιολόγους το 1261 άλλαξε τα δεδομένα, οπότε και οι Μεγαλοκομνηνοί άλλαξαν τον τίτλο τους: Ο αυτοκράτορας της Τραπεζούντας έγινε ο «πιστός βασιλεύς και αυτοκράτωρ πάσης Ανατολής, Ιβήρων και Περατείας (Κριμαίας)».

Η επικράτεια χωριζόταν σε βάνδα. Επικεφαλής του βάνδου ήταν ο δούκας, ο οποίος συγκέντρωνε την πολιτική και στρατιωτική εξουσία, ενώ ιδιαίτερα διοικητικά καθεστώτα εμφανίστηκαν σε κάποιες περιοχές της αυτοκρατορίας, όπως τα Λίμνια ή η Κερασούς, ενώ ιδιαίτερο καθεστώς θα πρέπει να είχαν οι κωμοπόλεις ή πόλεις που αναφέρονται ως «κάστρα», όπως ο Κεγχρινάς, η Κορδύλη και η Γόλαχα. Σημαντικό ρόλο είχαν επίσης οι τοπικοί παράγοντες, γνωστοί ως «συμβιβαστές ή γέροντες», οι οποίοι έπαιζαν σπουδαίο ρόλο σε θέματα απονομής δικαιοσύνης και έχαιραν εκτίμησης και σεβασμού από τον λαό.

Η ιστορία και το τέλος

Η Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας επιβίωσε ως το 1461, μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς. Ο Αλέξιος Α΄ Μεγάλος Κομνηνός, που σε ηλικία 22 μόλις χρόνων ανέλαβε τα ηνία, κατάφερε να προσαρτήσει εδάφη – με τον αδελφό του, Δαβίδ, να πρωτοστατεί στην πολεμική προσπάθεια, χάνοντας μάλιστα τη ζωή του στο πεδίο της μάχης το 1214- αν και αναγκάστηκε να δεχτεί τη φορολογική υποτέλειά της στους Τούρκους, η οποία διατηρήθηκε για 20 περίπου χρόνια, μέχρι που ο Ανδρόνικος Α΄ Γίδων αντιμετώπισε επίθεση των Σελτζούκων, με τους οποίους η αυτοκρατορία ήταν σε συνεχή σύγκρουση (και μετέπειτα με τους Οθωμανούς). Ο αγώνας για τη σωτηρία της Τραπεζούντας έχει αποτυπωθεί σε διηγήσεις της εποχής και συνδέεται με τη θαυματουργή επέμβαση του αγίου Ευγενίου, αλλά και με το σπουδαίο καθίδρυμα της Παναγίας Χρυσοκεφάλου. Γενικότερα πάντως, η μικρή σε έκταση αυτοκρατορία επιβίωνε λιγότερο με τη στρατιωτική της ισχύ και περισσότερο με τη διπλωματία και την οικονομική και εμπορική της δύναμη, συνάπτοντας στρατηγικές συμμαχίες και γάμους σκοπιμοτήτων.


Ο Μανουήλ Α' Μεγάλος Κομνηνός ανέβηκε στον θρόνο το 1238, και οδήγησε το κράτος σε ευημερία. Αναταραχές στο κράτος ξέσπασαν μετά το 1261 και την απελευθέρωση της Πόλης από τους Παλαιολόγους, όταν ο αυτοκράτορας της Κωνσταντινούπολης Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος, προσφέροντας την κόρη του Ευδοκία ως σύζυγο στον Τραπεζούντιο ηγεμόνα (Ιωάννης Β' Μεγάλος Κομνηνός), πέτυχε να τον πείσει να εγκαταλείψει τον τίτλο του αυτοκράτορα των Ρωμαίων. Στην Τραπεζούντα ξέσπασαν αντιδράσεις και ξεκίνησε μια μακρά περίοδος εσωτερικής αναταραχής και διαμάχης.

Τον Ιωάννη Β΄ διαδέχθηκε ο Αλέξιος Β΄ Μεγάλος Κομνηνός, η βασιλεία του οποίου συνδέεται με σημαντικά βήματα στις σχέσεις της αυτοκρατορίας με τους Γενουάτες και τους Βενετούς, καθώς και με ενίσχυση της άμυνας της αυτοκρατορίας και συγκεκριμένα των τειχών της Τραπεζούντας. Σημαντικό όφελος για την αυτοκρατορία ήταν η πτώση της Βαγδάτης στους Μογγόλους του 1258, με αποτέλεσμα η Τραπεζούντα να καταστεί με σημαντικό κομμάτι- για την ακρίβεια, το δυτικό τέρμα- του Δρόμου του Μεταξιού. Μάλιστα, μέσω της Τραπεζούντας επέστρεψε στη Δύση ο Μάρκο Πόλο. Στα μέσα του 14ου αιώνα έγινε εμφύλιος, με τελικό αποτέλεσμα την άνοδο του Ιωάννη Γ΄ Μεγάλου Κομνηνού στο θρόνο.


Από το 1349 και για πάνω από 40 χρόνια την εξουσία στην Τραπεζούντα είχε ο Αλέξιος Γ΄ Μεγάλος Κομνηνός, που θεωρείται ο σημαντικότερος αυτοκράτορας της αυτοκρατορίας του Πόντου. Στα χρόνια της βασιλείας του η Τραπεζούντα ανάγεται σε σπουδαίο κέντρο εμπορίου, επιστημών, γραμμάτων και τεχνών. Ταυτόχρονα η παρουσία Βενετών, Γενουατών, Γεωργιανών και Τουρκομάνων γίνεται όλο και πιο έντονη. Ο διάδοχός του Αλέξιος Δ΄ Μεγάλος Κομνηνός δολοφονήθηκε από φρουρούς του γιου του και μετέπειτα αυτοκράτορα Ιωάννη Δ΄ Μεγάλου Κομνηνού, με τη βοήθεια Γενουατών και Γεωργιανών.

Τα τελευταία χρόνια της αυτοκρατορίας χαρακτηρίστηκαν από αγωνιώδεις προσπάθειες απέναντι στην τουρκική απειλή, η οποία είχε αυξηθεί σημαντικά- με αποδείξεις για αυτό την αποτυχία οθωμανικής απόπειρας εισβολής το 1442 και την απόκρουση επίθεσης του Οθωμανού διοικητή της Αμάσειας επί Μωάμεθ Β' εναντίον της Τραπεζούντας. Ο Ιωάννης Δ΄ συμμάχησε με τους Τουρκομάνους (Ασπροπροβατάδες), «παραδοσιακούς» αντιπάλους της αυτοκρατορίας, παραχωρώντας την Καππαδοκία και δίνοντας την κόρη του στον Ουζούν Χα, αρχηγό τους, για γυναίκα, και σύναψε συμμαχίες με τουρκικά κρατίδια της περιοχής και το βασίλειο της Γεωργίας.


Ωστόσο, ο τελευταίος αυτοκράτορας, Δαυίδ Μεγάλος Κομνηνός, δεν κατάφερε να σώσει την αυτοκρατορία από τον Μωάμεθ τον Β', ο οποίος συστηματικά «ξήλωσε» τις συμμαχίες της Τραπεζούντας (ο στρατός της οποίας το 1459 είχε 20.000 άνδρες και ο στόλος της 30 πλοία). Η Τραπεζούντα πολιορκήθηκε το 1461 από τους Οθωμανούς για έναν μήνα, οπότε και παραδόθηκε από τον Δαυίδ στον Μωάμεθ στις 15 Αυγούστου, παρά τη θέληση του λαού της πόλης- μια ενέργεια που αποδίδεται σε μεγάλο βαθμό στην επιρροή του πρωτοβεστιάριου (συμβούλου του Δαβίδ) Αμιρούτζη, ο πρώτος ξάδελφος του οποίου, ο εξωμότης Μαχμούτ, ήταν επικεφαλής του οθωμανικού στρατού. Η πτώση της Τραπεζούντας, που συνοδεύτηκε από οθωμανικές βιαιότητες, παρά την παράδοση, σηματοδότησε το τέλος του τελευταίου κομματιού του ανατολικού ρωμαϊκού κράτους- του κληρονόμου της άλλοτε κραταιάς Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, που συνέδεσε τις τύχες του με την πορεία του Ελληνισμού κατά τον Μεσαίωνα.

Όσον αφορά στον Δαβίδ, οδηγήθηκε και εγκαταστάθηκε μαζί με την οικογένειά του στην περιοχή του Στρυμόνα. Δύο χρόνια αργότερα, ο Δαβίδ, οι επτά από τους οκτώ γιους του και ο ανιψιός του εκτελέστηκαν στην Κωνσταντινούπολη με την κατηγορία της συνωμοσίας εναντίον του σουλτάνου. Ο μόνος που επιβίωσε ήταν ο μικρότερος γιος, Νικηφόρος, που αναγκάστηκε να εξισλαμιστεί και στα τέλη του 15ου αιώνα κατέφυγε στη Μάνη. Ο εγγονός του, Στέφανος, υπήρξε γενάρχης της μεγάλης πελοποννησιακής οικογένειας των Στεφανόπουλων, 430 μέλη της οποίας μετανάστευσαν το 1738 στην Κορσική.

Πηγές:



Πηγή: Κ. Μαυραγάνης, Huffington Post





0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου