Δευτέρα, 3 Απριλίου 2017

Ανοιχτά μουσεία και αρχαιολογικοί χώροι

Ανοιχτά μουσεία και αρχαιολογικοί χώροι

Η κοινωνική, η πολιτιστική και η παιδευτική αποστολή τόσο των μουσείων όσο και των αρχαιολογικών χώρων συμβαδίζει με την εκθεσιακή λογική και με την επικοινωνιακή στρατηγική των υπεύθυνων.

του καθηγητή Πέτρου Γ. Θέμελη

Ο χαρακτήρας των μουσείων και των αρχαιολογικών χώρων μεταβάλλεται με το χρόνο, διαφοροποιείται από τόπο σε τόπο, σε σχέση πάντα με το εκάστοτε κοινωνικό γίγνεσθαι και το πολιτιστικό περιβάλλον.

Τα μοντέρνα μουσεία και οι σύγχρονοι αρχαιολογικοί χώροι διαφέρουν ριζικά από εκείνα προγενέστερων εποχών. Οπωσδήποτε, τα σύγχρονα μουσεία διαφέρουν ουσιαστικά από τα αναγεννησιακά, καθώς και από τα πρώτα εθνικά μουσεία που ιδρύθηκαν στην Ευρώπη στα τέλη του 18ου και κατά τον 19ο αιώνα, κυρίως μετά τη Γαλλική Επανάσταση. Οι μεγάλες κοινωνικοπολιτικές ανακατατάξεις που ακολούθησαν την Επανάσταση, η συγκρότηση εθνικών κρατών και η άνοδος της αστικής τάξης, συνέβαλαν στην ανάδειξη ενός νέου -τότε- τύπου μουσείων με εθνικό και αστικό χαρακτήρα, ανοικτών στο ευρύ κοινό. Σύμφωνα με την ισχύουσα κυρίαρχη ιδεολογία, το μέγεθος των εθνικών μουσείων, όπως του δικού μας Εθνικού Αρχαιολογικού, ενισχύει το κύρος του έθνους, του οποίου την πολιτισμική κληρονομιά προβάλλει. Τα αρχαιολογικά αντικείμενα, αποσπασμένα από τον φυσικό τους χώρο και με την ένταξή τους στους εκθεσιακούς χώρους του Εθνικού Μουσείου, μεταβλήθηκαν σε φορείς γνώσης, απέκτησαν ιδιαίτερη παιδευτική αξία. Η προστασία και η έκθεση των αρχαιολογικών ευρημάτων συνδέθηκε και στη χώρα μας με την προβολή της εθνικής ιστορίας μας, την υπόσταση και την αναγνώριση του Νέου Ελληνικού Κράτους. Το ιδεολογικό υπόβαθρο του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου καθρεφτίζεται στις αντιλήψεις της αείμνηστης Σέμνης Καρούζου, που μαζί με τον Χρήστο Καρούζο πρωτοστάτησαν στη μεταπολεμική ανασύστασή του και σφράγισαν με την προσωπικότητα και τις γνώσεις τους τη φυσιογνωμία του - η οποία παραμένει ανέπαφη σε γενικές γραμμές, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες νεότερων διευθυντών να την εκσυγχρονίσουν. 

Ριζικές Αλλαγές - Νέες Τάσεις

Οι ριζικές αλλαγές που συντελούνται στον σύγχρονο κόσμο τις τελευταίες δεκαετίες έχουν προκαλέσει συζητήσεις που οδηγούν στην υιοθέτηση νέων μεθόδων όσον αφορά την εκθεσιακή στρατηγική. Αναπτύσσονται νέες τάσεις, με στόχο να καταστήσουν τα μουσεία και ταυτόχρονα τους αρχαιολογικούς χώρους λειτουργικούς και φιλικούς σε ένα ευρύ κοινό. Οι νέες τάσεις και αντιλήψεις αποτυπώνονται στον ορισμό του Μουσείου, όπως διατυπώθηκε το 1974 από το Διεθνές Συμβούλιο Μουσείων (ICOM), ο οποίος πέρασε και στον νέο αρχαιολογικό νόμο του 2002: «Το μουσείο είναι μόνιμο ίδρυμα στην υπηρεσία της κοινωνίας και της ανάπτυξής της, και ανοικτό στο κοινό, αποκτά, συντηρεί, ερευνά, κοινοποιεί και εκθέτει υλικές μαρτυρίες για τους ανθρώπους και το περιβάλλον τους, με το σκοπό της μελέτης, της εκπαίδευσης και της ψυχαγωγίας». 

Συμφωνώ απόλυτα με τον ορισμό, θα είχα μόνο να παρατηρήσω ότι οι υλικές μαρτυρίες που εκθέτει ένα μουσείο είναι κατά κανόνα απομακρυσμένες από τους ανθρώπους που τις δημιούργησαν και το περιβάλλον τους. Αυτή η απομάκρυνση είναι αναπόφευκτη βέβαια όταν μιλάμε για εθνικά μουσεία που ιδρύθηκαν τον 18ο, 19ο ή και τον 20ό αιώνα, με τους υψηλούς εθνικούς στόχους που αναφέρθηκαν παραπάνω.

Μουσεία μόνο για τους λίγους;

Τόσο τα σύγχρονα μουσεία όσο και οι σύγχρονοι αρχαιολογικοί χώροι στοχεύουν σε διάλογο με το ευρύ κοινό, αναλαμβάνοντας παιδευτικό, κοινωνικό και πολιτιστικό ρόλο. Ωστόσο, παρά το άνοιγμα στις νέες αντιλήψεις, ορισμένες μόνο κατηγορίες ατόμων και κοινωνικών ομάδων έχουν ή μπορούν να έχουν πρόσβαση σε αυτά και να αξιοποιούν δημιουργικά τη γνώση και την ψυχική αγωγή που τους προσφέρονται. 

Στη χώρα μας εξακολουθούν άλλωστε να υφίστανται μουσεία με μουσειακές εκθέσεις που διαπνέονται από τις αντιλήψεις του 18ου-19ου αιώνα. Τα μουσεία αυτά, και αντίστοιχα ορισμένοι αρχαιολογικοί χώροι, εξακολουθούν να αδιαφορούν για το κοινό, για τις ιδιαιτερότητές και το επίπεδο γνώσης του - όπως τουλάχιστον προκύπτει από τον τρόπο παρουσίασης και υπομνηματισμού των εκθεμάτων: Οι επεξηγηματικές πινακίδες ή απουσιάζουν ή είναι επιλεκτικές και γενικόλογες, υπακούοντας υποτίθεται σε κάποια υψηλή αρχαιολογική δεοντολογία, που παραμένει ακατανόητη και απευθύνεται υποτίθεται μόνο σε ειδικούς, ενώ η εκθεσιακή λογική υπακούει συνήθως σε έναν στείρο «αισθητισμό». 

Ετσι, οι περισσότεροι επισκέπτες αισθάνονται αναπόφευκτα χαμένοι σε έναν κόσμο που τους προκαλεί αμηχανία και μειονεξία για την «άγνοιά» τους. Προτιμούν λοιπόν να μένουν έξω από αυτόν ή να επισκέπτονται μόνο τα αναψυκτήρια και τα πωλητήρια - εφόσον βέβαια κι αυτά υφίστανται και είναι ελκυστικά. 

Μια συναρπαστική εμπειρία για όλους 

Η σύγχρονη οπτική έχει συλλάβει και προτείνει τη δημιουργία του μεταμοντέρνου μουσείου (προσθέτω «και του μεταμοντέρνου αρχαιολογικού χώρου»), όπου η εκθεσιακή λογική, η οργάνωση, η διαμόρφωση και η ανάδειξη των μνημείων καθορίζονται από τον χαρακτήρα και τις προσδοκίες ενός ποικιλόμορφου κοινού. 

Η τάση αυτή θέλει ακόμη και χώρους που παραδοσιακά παραμένουν κλειστοί στους επισκέπτες, όπως τα εργαστήρια και οι αποθήκες, να είναι εν μέρει προσιτοί στο κοινό. Οι εκθέσεις να παρακινούν τους επισκέπτες να χρησιμοποιήσουν τα εκθέματα (με διάφορα ψηφιακά μέσα και τρόπους) ώστε να ανακαλύπτουν μόνοι τους τα στοιχεία που τους κεντρίζουν το ενδιαφέρον. 

Τα μουσεία και οι χώροι, τέλος, πρέπει να διαθέτουν ευχάριστους και άνετους χώρους υποδοχής και ξεκούρασης, εστιατόρια, καφετέριες, καταστήματα-πωλητήρια, που σήμερα δυστυχώς στη χώρα μας είτε απουσιάζουν παντελώς ή είναι αποκρουστικά. 

Οικονομική και διοικητική αυτονομία

Δεν κατακρίνω όσους συνδέουν τα μουσεία και τους αρχαιολογικούς χώρους με τους νόμους της αγοράς. Πιστεύω ότι πρέπει να εξασφαλίζεται η βιωσιμότητά τους χωρίς συνεχείς κρατικές επιχορηγήσεις που ωθούν σε εφησυχασμό, αδιαφορία, διαφθορά και... μαύρες τρύπες. 

Τα μεγάλα μουσεία και οι μείζονες αρχαιολογικοί χώροι πρέπει να αυτονομηθούν οικονομικά, να γίνουν ανταγωνιστικά, να παρέχουν άριστες υπηρεσίες, ανταποκρινόμενα στις προσδοκίες ενός απαιτητικού και ποικιλόμορφου κοινού. Και οι διευθυντές τους να μην ορίζονται κατά αρχαιότητα, μέσα από οποιασδήποτε μορφής ιεραρχία, αλλά να επιλέγονται με ανοιχτό διαγωνισμό, βάσει της εμπειρίας, των επιστημονικών προσόντων και των γνώσεων διαχείρισης (management), για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Να διοικούν τα μουσεία ή τους χώρους με σχετική αυτονομία, υπό τον έλεγχο πάντα της Πολιτείας (του αρμόδιου υπουργείου Πολιτισμού), ως πρόεδροι ενός επιστημονικού συμβουλίου - με στόχο την προσέλκυση επισκεπτών και την αύξηση των εσόδων. Ταυτόχρονα να είναι υπεύθυνοι για τη συντήρηση των υποδομών, την προβολή του μνημειακού πλούτου και τη φύλαξή του με ειδικευμένο προσωπικό.

Το παρελθόν «Φυλακισμένο»

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα μουσεία ανά τον κόσμο συγκροτούν σήμερα μια ειδική κατηγορία πολυτελών φυλακών υψηλής ασφαλείας, με κρυφές κάμερες, φωτοκύτταρα, συναγερμούς και φύλακες ενίοτε οπλισμένους, τουλάχιστον στο εξωτερικό. Εκεί μέσα βρίσκονται έγκλειστα τα υλικά κατάλοιπα του παρελθόντος, αποκομμένα για πάντα από το φυσικό τους περιβάλλον, την αρχική λειτουργία και χρήση τους, είτε βίαια και τραυματικά αποσπασμένα από αρχαιοκάπηλους είτε μεθοδικά αποσπασμένα με τη διαδικασία της ανασκαφής. 

Η σύγχρονη μουσειολογική πρακτική πασχίζει να απαλύνει τη μοναξιά της φυλακής των υλικών μαρτυριών του παρελθόντος, δημιουργώντας ένα νέο περιβάλλον για αυτά, συνήθως αστραφτερό, χρωματιστό και εικονογραφημένο. Επιθυμεί να τους δώσει έναν νέο ρόλο, αυτόν του δασκάλου μικρών και μεγάλων, για την ιστορία του πολιτισμού, τη θρησκεία, τα ήθη και τα έθιμα, την κοινωνική οργάνωση, τη σχέση με τη φύση· για τη ζωή γενικά του ανθρώπου της εποχής τους. Ομως, παρά τις αγαθές προθέσεις ειδικών μουσειολόγων και φιλότιμων αρχαιολόγων, δεν είναι πάντοτε εφικτό να «πειστούν» τα αυστηρά επιλεγμένα και μάλλον ωραιοποιημένα, σχεδόν αποστειρωμένα αντικείμενα (καλά πλυμένα, συμπληρωμένα, συντηρημένα, υποβλητικά φωτισμένα) να αρθρώσουν γλώσσα κατανοητή σε όλους: Απαιτείται εμπνευσμένο και αφοσιωμένο ανθρώπινο δυναμικό, καθώς και ένα σύγχρονο θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας. 

Ο αρχαίος κόσμος να αναπνεύσει στο σήμερα

Ήρθε ο καιρός, νομίζω, να προχωρήσουμε στη δημιουργία μνημειακών συνόλων μιας νέας αντίληψης, σε αρχαιολογικούς κατά κύριο λόγο χώρους, αλλά και ανοικτά μουσεία - όπου η αρχική λειτουργία και το αρχιτεκτονικό και φυσικό περιβάλλον των υλικών κατάλοιπων (η μεταξύ τους άρρηκτη αρχική σχέση και συνάφεια) θα έχει κατά το δυνατό αποκατασταθεί και αναπλασθεί. Χώρων όπου άτομα κάθε ηλικίας και σωματικών δυνατοτήτων, ανεξαρτήτως καταγωγής, φύλου, φυλής, κοινωνικής θέσης και μορφωτικού επιπέδου, θα διδάσκονται και ταυτόχρονα θα ευαισθητοποιούνται πάνω στο πρόβλημα της προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς. Και κυρίως θα χαίρονται τα αρχαία έργα μέσα στο αυθεντικό αρχιτεκτονικό, επιγραφικό, ιστορικό και καλλιτεχνικό περιβάλλον τους. 

Ο πρόναος του αρχαϊκού ναού της Ηρας στην Ολυμπία με τον Ερμή του Πραξιτέλη ήταν, άλλωστε, ένα είδος μουσείου - όπως και το ιερό του Ασκληπιού στη Μεσσήνη, με τις μεγαλειώδεις αγαλματικές συνθέσεις ιστορικού χαρακτήρα του φημισμένου Μεσσήνιου γλύπτη Δαμοφώντα, τις οποίες περιγράφει ο περιηγητής Παυσανίας στο τέταρτο βιβλίο του. Ολα τα δημόσια οικοδομήματα, οι στοές, τα θέατρα, τα στάδια, ακόμη και τα δημόσια λουτρά, περιλάμβαναν πίνακες ζωγραφικής και εκατοντάδες αγάλματα, μαρμάρινα και ορειχάλκινα.

Μικρότερο Κόστος, Μεγαλύτερο Όφελος

Κάπως έτσι οραματίζομαι το μέλλον αρχαιολογικών χώρων όπως η αρχαία Μεσσήνη: Τα γλυπτά, οι επιγραφές, τα βάθρα των ανδριάντων και ορισμένα χαρακτηριστικά ευρήματα, θα βρουν τον φυσικό τους χώρο μέσα σε αναστηλωμένα μνημεία της πόλης, στους χώρους θέασης και ακρόασης (το Θέατρο, το Εκκλησιαστήριο, το Στάδιο), αλλά και στο ιερό της Ισιδος, στη βόρεια στοά της Αγοράς, στο Ασκληπιείο. 

Το θέμα της ασφάλειας, που υπερτονίζεται συνήθως, δεν είναι ανυπέρβλητο εμπόδιο: περίφραξη ασφαλείας, στέγαση, νυχτερινός φωτισμός που θα αναδεικνύει τα μνημεία και τα εκθέματα, εκπαιδευμένοι φύλακες και νυχτοφύλακες. Το κόστος όλων αυτών είναι κατά πολύ μικρότερο του κόστους ανέγερσης ενός σύγχρονου, μεγάλου αρχαιολογικού μουσείου εντός ή πλησίον ενός αρχαιολογικού χώρου - χωρίς να υπολογίζουμε καν τα τεράστια προβλήματα διαγωνισμών, καθυστερήσεων, υπερτιμολογήσεων, κοινωνικών συγκρούσεων, ή την αναμφισβήτητη αισθητική όχληση και την αλλοίωση του περιβάλλοντος, φυσικού ή ανθρωπογενούς.

Όλα αυτά όμως προϋποθέτουν αλλαγή νοοτροπίας. Πρώτιστα μεταξύ των υπεύθυνων πολιτικών στη χώρα μας, και στη συνέχεια των πολιτών. 


Πηγή: Π. Θέμελης, Eleftheria OnLine





0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου